Καλώς ήρθατε στην Παναγία Μηλεσιώτισσα που φιλοξενείται στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μήλεσι Αττικής

11/1/18

ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ



Ἔχεις ἀκόμη ἀνησυχίες.
 Πές μου, ἀπὸ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ προέρχονται;
 Ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ πᾶνε καλά.
Ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ τὰ ἔχεις ἐπανεξετάσει καὶ τακτοποιήσει.
 Τὴν ἀπόφασή σου τὴν ἔχεις πάρει.
Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, προέρχονται αὐτὲς οἱ ἀνησυχίες;
 Ὅλες εἶναι ἀπὸ τὸν ἐχθρό.
Ὅλες. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ.
Τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει;
 Μήπως σκέφτεσαι νὰ φτιάξεις τὴ ζωή σου μόνη σου, μὲ τὶς δικές σου ἱκανότητες καὶ προσπάθειες;
Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ σκέφτεσαι, σὲ συμβουλεύω ν’ ἀλλάξεις ἀμέσως γνώμη, ἀλλιῶς δὲν θ’ ἀπαλλαγεῖς ἀπό τὴ σύγχυση καὶ τὴν ταραχή.
Ἐξέτασε πάλι τὸν ἑαυτό σου ἤ θυμήσου ὅ,τι σοῦ ἔχω ὑποδείξει καὶ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ μέσα σου σ’ ὅλη τη διάρκεια τῆς ἀλληλογραφίας μας.
 Θυμήσου, ἐπίσης, ποιὰ ἦταν ἡ ἔκβαση τῶν προβληματισμῶν σου γιὰ τὴ ζωή.
 Τέλος, δῶσε στὴν αὐτοεξέτασή σου τέτοια κατεύθυνση, ὥστε νὰ καταλήξει σὲ μιά σταθερὴ ἀπόφαση ἀμετάκλητης ἐναποθέσεως τοῦ μέλλοντός σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἀφοῦ, λοιπόν, πάρεις αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, προσευχήσου στὸν Κύριο ὁλόθερμα.
 “Τὸ μέλλον μου”, πές Του, “τὸ ἀφήνω μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια Σου.
 “Ὅπως ξέρεις καὶ ὅπως θέλεις, Κύριε, κατεύθυνε τὴ ζωή μου, μ’ ὅλα τὰ ἀπρόοπτα καὶ μ’ ὅλες τὶς δυσκολίες της.
 Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς δὲν θὰ μεριμνῶ καὶ δὲν θ’ ἀνησυχῶ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου.
 Μιὰ φροντίδα μόνο θὰ ἔχω, νὰ κάνω πάντα ὅ,τι εἶναι εὐάρεστο σ’ Ἐσένα”.
Ἔτσι νὰ Τοῦ μιλήσεις, ἀλλά καὶ ἔμπρακτα νὰ Τοῦ ἀποδείξεις ὅτι ἔχεις ὁλοκληρωτικὰ ἀφεθεῖ στὰ χέρια Του, ὅτι δὲν ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτα, ὅτι ἀποδέχεσαι ἤρεμα καὶ ἀγόγγυστα ὁποιαδήποτε κατάσταση, εὐχάριστη ἤ δυσάρεστη, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπό τὴ θεία πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ἂς εἶναι ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε περίσταση.
Ὕστερ’ ἀπὸ μιά τέτοια ἐσωτερικὴ τοποθέτηση, ὅλες οἱ ἀνησυχίες σου θὰ ἐξανεμιστοῦν.
Ἀνησυχεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου τώρα, καθὼς θέλεις ὅλες οἱ περιστάσεις νὰ συντείνουν στὴν ἐκπλήρωση τοῦ δικοῦ σου σκοποῦ.
 Καὶ ἐπειδή, φυσικά, ὅλα δὲν γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου, ταράζεσαι καὶ στενοχωριέσαι
 “Αὐτὸ δὲν ἔγινε ἔτσι, ἐκεῖνο δὲν ἔγινε ἀλλιῶς”.
 Ἄν, ὅμως, ἀναθέσεις τὰ πάντα στὸν Κύριο μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ δεχθεῖς πὼς ὅ,τι συμβαίνει προέρχεται ἀπ’ Αὐτὸν γιὰ τὸ καλό σου, τότε δὲν θ’ ἀνησυχεῖς πιά καθόλου.
 Θὰ κοιτᾶς μόνο γύρω σου, γιὰ νὰ δεῖς τί σοῦ στέλνει ὁ Θεός, καὶ θα ἐνεργεῖς σύμφωνα μ’ αὐτὸ ποὺ στέλνει.
Κάθε κατάσταση μπορεῖ νὰ ὑπαχθεῖ σὲ κάποια θεία ἐντολή.

 Νὰ ἐνεργεῖς, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴ σχετικὴ ἐντολή, ἐπιδιώκοντας τὴν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν ἱκανοποίηση τῶν δικῶν σου ἐπιθυμιῶν.
 Προσπάθησε νὰ καταλάβεις τί λέω καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸ ἐφαρμόσεις.
 Δὲν θὰ τὸ κατορθώσεις, βέβαια, ἀπό τή μιά στιγμὴ στὴν ἄλλη.
 Χρειάζεται ἀγώνας γι’ αὐτό, ἀλλά καὶ προσευχή.
Ζητῶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τὴν κατάθλιψη, ποὺ θεωρεῖς ἀφόρητη, ἀλλά μόνο ἂν αὐτὸ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ ἅγιο θέλημά Του καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία σου.
 Θὰ σὲ λυτρώσει, δίχως ἄλλο, στὴν ὥρα ποὺ πρέπει.
 Ὁπλίσου μὲ πίστη καὶ ὑπομονή.
 Βλέπουμε πόσο γρήγορα μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς μας.
 Ὅλα ἀλλάζουν ἀκατάπαυστα.
Ἔτσι θ’ ἀλλάξει καὶ ἡ ψυχική σου κατάσταση.
 Θὰ ἔρθει μία μέρα πού, ἀπαλλαγμένη πιὰ ἀπὸ τὸ πλάκωμα, θ’ ἀναπνέεις ἐλεύθερα καὶ θὰ φτεροκοπᾶς ὅπως ἡ πεταλούδα πάνω ἀπὸ τὰ λουλούδια.
 Πρέπει μόνο νὰ σηκώσεις μὲ ὑπομονὴ τὴν τωρινὴ δυσκολία γιὰ ὅσον καιρὸ παραχωρήσει ὁ Θεός.
Ὅταν ἡ νοικοκυρὰ βάλει μιά πίτα στὸ φοῦρνο, δὲν τὴ βγάζει ὥσπου νὰ βεβαιωθεῖ πὼς εἶναι ψημένη. Ὁ Νοικοκύρης τοῦ σύμπαντος σ’ ἔχει βάλει μέσα σ’ ἕνα φοῦρνο καὶ σὲ κρατάει ἐκεῖ ὥσπου νὰ ψηθεῖς.
 Κάνε ὑπομονή, λοιπόν, καὶ περίμενε.
 Δὲν θὰ μείνεις στὸ φοῦρνο οὒτ’ ἕνα λεπτὸ περισσότερο ἀπ’ ὅσο χρειάζεται.
 Μόλις εἶσαι ἕτοιμη, θὰ σὲ βγάλει ὁ Κύριος ἔξω.
 Ἄν, ὅμως, μόνη σου πεταχτεῖς ἔξω, θὰ εἶσαι σὰν τὴ μισοψημένη πίτα.
Πρέπει ἐπίσης νὰ σοῦ πῶ, ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας, ὅποιος ὑπομένει ἀγόγγυστα τὶς δυσκολίες, πιστεύοντας ὅτι τὶς παραχωρεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό του, εἶναι ἰσότιμος μὲ τοὺς μάρτυρες.
 Αὐτὸ νὰ τὸ θυμᾶσαι πάντα, γιὰ νὰ παρηγοριέσαι.
Εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήσεις χωρὶς συναισθήματα καὶ συγκινήσεις, ἀλλά δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ὑποκύπτεις σ’ αὐτά.
 Πρέπει νὰ τὰ συγκρατεῖς μὲ τὴ λογικὴ καὶ νὰ τοὺς δίνεις τὴ σωστὴ κατεύθυνση.
 Εἶσαι εὐαίσθητη καὶ εὐσυγκίνητη.
 Ἡ καρδιά σου ξεχειλίζει καὶ χύνεται μέσα στὸ κεφάλι σου.
Προσπάθησε ν’ ἀποκτήσεις αὐτοκυριαρχία.
 Σοῦ ἔχω γράψει ἤδη τί νὰ κάνεις:
Νὰ σκέφτεσαι προκαταβολικὰ ποῦ βρίσκεται τὸ πιθανὸ ἐρέθισμα γιὰ κάθε συναίσθημα.
 Καί, ὅταν τὸ ἐντοπίζεις, νὰ εἶσαι σὲ ἐπιφυλακή, γιὰ ν’ ἀντιλαμβάνεσαι ὁποιαδήποτε συναισθηματικὴ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς, ἤ νὰ κρατᾶς τὴν καρδιά σου κάτω ἀπὸ τὸν σταθερὸ ἔλεγχο τοῦ νοῦ.
Χρειάζεται ν’ ἀσκηθεῖς σ’ αὐτό.
 Μὲ τὴν ἐξάσκηση εἶναι δυνατὸ ν’ ἀποκτήσεις πλήρη αὐτοκυριαρχία.
Ὅλα πάντως προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό.
 Γι’ αὐτὸ ἂς στρεφόμαστε σ’ Ἐκεῖνον μὲ τὴν προσευχή.
 Καὶ ὅμως, γράφεις ὅτι δὲν προσεύχεσαι.
Τί εἶναι τοῦτο πάλι;
 Μήπως ἔγινες ἄθεη;
 Τί πάει νὰ πεῖ δὲν προσεύχεσαι;
 Μπορεῖ νὰ μὴ λὲς τὶς τυπικὲς προσευχές, ἀλλά ν’ ἀπευθύνεσαι στὸν Θεὸ μὲ δικά σου λόγια καὶ νὰ Τοῦ ζητᾶς βοήθεια.
 “Κοίτα, Κύριε, τί συμβαίνει μ’ ἐμένα.
Ἐτοῦτο κι ἐκεῖνο… Δὲν μπορῶ νὰ τὰ βγάλω πέρα μόνη μου.
 Βοήθησέ με, πολυεύσπλαχνε!”.
 Νὰ Τοῦ μιλᾶς γιὰ κάθε σου ἀνάγκη, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ μικρή, καὶ νὰ Τὸν παρακαλᾶς γιὰ διαρκή ἐνίσχυση.
 Αὐτὴ ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ πιὸ γνήσια.
Γιατί ἀκοῦς ἐκεῖνον πού σὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν προσευχή;
 Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι κι αὐτὸ εἶναι δουλειὰ τοῦ ἐχθροῦ;
 Ναί, ἀναμφίβολα εἶναι.
 Ψιθυρίζει στὸ αὐτί σου:
“Μὴν προσεύχεσαι!”.
 Καὶ μερικὲς φορές, ἀφοῦ κυριαρχήσει σ’ ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου, σὲ ρίχνει στὸ κρεβάτι καὶ σὲ ἀποκοιμίζει.
 Δικά του τεχνάσματα εἶναι ὅλα τοῦτα.
 Μὰ ἐνῶ ὁ πονηρὸς κάνει τὴ δουλειά του, πασχίζοντας νὰ σὲ ἀποσπάσει ἀπὸ τὸ καλό σου ἔργο, πρέπει κι ἐσύ νὰ κάνεις τὴ δική σου δουλειά, ἐπιμένοντας σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο ὥς τὸ τέλος.
Ὁπλίσου, ὅπως τόσες φορὲς σοῦ ἔχω πεῖ,
 μὲ θάρρος καὶ μὴν ἀκοῦς τὸν ἐχθρό.
 Καμιὰ προσοχὴ μὴ δίνεις στοὺς ψιθυρισμούς του.
 Καὶ ἐπιπλέον, θύμωσε! Θυμώνοντας ἐναντίον του, εἶναι σὰν νὰ τὸν χτυπᾶς κατάστηθα.
 Ἀμέσως γίνεται καπνός.
Σοῦ εὔχομαι μ’ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ βρεῖς τελικὰ τὴν εἰρήνη.
Ὁ Θεὸς βοηθός!

7/1/18

Περὶ μετανοίας (Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov, Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας)

Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ. Αὐτὰ ἦσαν τὰ πρῶτα λόγια τοῦ κηρύγματος τοῦ θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ τὰ ἴδια λόγια λέγει καὶ σ’ ἐμᾶς μέχρι σήμερα, μέσῳ τοῦ Εὐαγγελίου.



Ὅταν ἐπληθύνθη περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴν ἡ ἁμαρτία στὸν κόσμο, κατῆλθε ἐδῶ στὴν γῆ μας ὁ Παντοδύναμος Ἰατρός. Κατῆλθε στὸν τόπον αὐτὸν τῆς ἐξορίας, στὸν τόπο τῶν βασάνων καὶ τῶν παθῶν μας, ποὺ εἶναι μία πρόγευσις τῶν αἰωνίων βασάνων τῆς κολάσεως, καὶ εὐαγγελίζεται τὴν λύτρωση, τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἴαση σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς ἐξαίρεση, λέγοντας «μετανοεῖτε».

Ἡ δύναμις τῆς μετανοίας εἶναι θεμελιωμένη στὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰατρὸς εἶναι πανίσχυρος, καὶ ἡ ἴασις ποὺ Ἐκεῖνος χαρίζει εἶναι παντοδύναμος. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνη, ὅταν ἐκήρυσσεν ἐδῶ στὴν γῆ ὁ Κύριος, καλοῦσε σὲ θεραπείαν ὅλους ὅσοι ἦσαν ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ δὲν θεωροῦσε καμμίαν ἁμαρτίαν ὡς ἀθεράπευτον. Καὶ τώρα, ἐπίσης, συνεχίζει νὰ καλῆ ὅλους, καὶ ὑπόσχεται, καὶ χαρίζει πράγματι τὴν ἄφεση γιὰ κάθε ἁμαρτία καὶ τὴν ἴαση γιὰ κάθε ἁμαρτωλὴ ἀσθένεια.

Ὦ σεῖς, οἱ ὁδοιπόροι τῆς γῆς. Ὦ σεῖς, ὅλοι ὅσοι ἀναλίσκεσθε ἢ σύρεσθε στὴν εὐρύχωρον ὁδόν, μέσα στὸν ἀκατάπαυστο θόρυβο τῶν γήινων μεριμνῶν, περισπασμῶν καὶ διασκεδάσεων, ἀνάμεσα σὲ ἄνθη ἀνάμικτα μὲ ἀγκάθια, σεῖς ποὺ σπεύδετε καὶ ἀκολουθεῖτε αὐτὸν τὸν δρόμο, κατευθυνόμενοι πρὸς τὸ τέλος, ποὺ εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸν καὶ ὅμως ὅλοι τὸ λησμονοῦν: ὁ σκοτεινὸς τάφος καὶ ἡ ἀκόμη σκοτεινοτέρα καὶ φοβερωτέρα αἰωνιότης. Σταματῆστε! Ἀποτινάξτε τὴν γοητείαν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ σᾶς κρατεῖ μονίμως σὲ αἰχμαλωσία! Ἀκοῦστε αὐτὸ ποὺ σᾶς εὐαγγελίζεται ὁ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός, δῶστε στὰ λόγια του τὴν προσοχὴ ποὺ τοὺς ἁρμόζει: «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ. Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο, ὁδοιπόροι σεῖς τῆς γῆς, νὰ στρέψετε ὅλη σας τὴν προσοχὴ σ’ αὐτὴν τὴν ζωτικὰ ὠφέλιμη καὶ σωτήρια νουθεσία. Ἀλλιῶς θὰ φθάσετε στὸν τάφο, θὰ φθάσετε στὸ κατώφλι καὶ στὴν πύλη τῆς αἰωνιότητος, χωρὶς νὰ ἔχετε προηγουμένως κατανοήσει καθόλου ὀρθὰ τὴν αἰωνιότητα, οὔτε τὶς ὑποχρεώσεις ἐκείνων ποὺ εἰσέρχονται σ’ αὐτήν, ἔχοντας προετοιμάσει τὸν ἑαυτὸ σας μόνο γιὰ τὶς δίκαιες τιμωρίες ποὺ θὰ ὑφίστασθε αἰωνίως γιὰ τὶς ἁμαρτίες σας. Ἡ βαρυτέρα δὲ καὶ σοβαροτέρα ἁμαρτία εἶναι τὸ νὰ μὴ δίδετε προσοχὴ στοὺς λόγους τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δηλαδὴ νὰ τὸν περιφρονῆτε. Μετανοεῖτε!

Ἀποκοιμίζει καὶ ἐξαπατᾶ τὸν ἄνθρωπον ὁ δρόμος τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Στὰ μάτια αὐτῶν ποὺ ἀρχίζουν τὴν πορεία τους σ’ αὐτήν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα ἀτελείωτο πεδίο ποὺ σφύζει ἀπὸ πραγματικότητα. Γιὰ ὅσους τὴν τελείωσαν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα συντομότατο ταξίδι ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ ὄνειρα καὶ μάλιστα χωρὶς περιεχόμενο. Μετανοεῖτε!

Καὶ τὴν δόξα καὶ τὸν πλοῦτο καὶ ὅλα τὰ ἄλλα φθαρτὰ ἀποκτήματα καὶ πλεονεκτήματα, ποὺ γιὰ τὴν ἐξασφάλισή τους ἀναλίσκει ὅλη τὴν ἐπίγειο ζωήν του καὶ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός του ὁ τυφλωμένος ἁμαρτωλός, ὀφείλει νὰ τὰ ἐγκαταλείψη μέσα στὰ λίγα ἐκεῖνα λεπτὰ κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, τὸ σῶμα, ἀφαιρεῖται καὶ ἀποσπᾶται ἀπὸ αὐτήν. Τότε ἡ ψυχὴ ὁδηγεῖται ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς ἀγγέλους στὸ Κριτήριον τοῦ δικαίου Θεοῦ, τοῦ ἀγνώστου σ’ αὐτήν, Ἐκείνου τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἔχει περιφρονήσει. Μετανοεῖτε!

Μοχθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ βιάζονται νὰ πλουτίσουν σὲ γνώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι μικρᾶς μόνον σημασίας, καὶ κατάλληλες γιὰ κάποιο μόνον χρονικὸν διάστημα. Γνώσεις ποὺ συμβάλλουν στὴν ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν, ἀνέσεων καὶ ἰδιοτροπιῶν τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Περιφρονοῦμε τελείως τὶς οὐσιαστικές, τὶς ἀναγκαῖες γνώσεις καὶ τὴν ἐργασία, γιὰ τὰ ὁποία καὶ μόνο μᾶς ἔχει χαρισθεῖ ἡ ἐπίγειος ζωή. Δηλαδὴ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν συνδιαλλαγή μας μὲ αὐτὸν μέσω τοῦ λυτρωτοῦ μας Χριστοῦ. Μετανοεῖτε!

Ἀδελφοί, ἂς ἐξετάσωμε τὴν ἐπίγειο ζωὴ μας ἀντικειμενικά, ἀμερόληπτα, ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι μηδαμινή, ἕνα τίποτε. Ὅλα της τὰ ἀγαθὰ ἀφαιροῦνται μὲ τὸν θάνατον, ἀλλὰ συχνὰ καὶ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο μὲ ποικίλες, ἀπροσδόκητες καταστάσεις. Αὐτὰ τὰ φθαρτά, τὰ τόσο γρήγορα ἐξαφανιζόμενα ἀγαθά, δὲν ἀξίζουν νὰ ὀνομάζωνται ἀγαθά. Στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀπάτες καὶ παγίδες. Ὅσοι κολλοῦν καὶ βυθίζονται στὶς παγίδες αὐτές, καὶ συλλαμβάνονται ἀπὸ αὐτές, ἀποστεροῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινά, τὰ αἰώνια, τὰ οὐράνια, πνευματικὰ ἀγαθά, ποὺ ἀποκτοῦμε ὅταν πιστεύωμε στὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦμε στὴν μυστικὴν ὁδὸ τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς. Μετανοεῖτε!

Σὲ πόσο φοβερὰν τύφλωση εὐρισκόμεθα! Πῶς ἀπὸ αὐτὴν τὴν τύφλωση ἀποδεικνύεται ὀφθαλμοφανῶς ἡ πτῶσις μας! Βλέπουμε τὸν θάνατο τῶν ἀδελφῶν μας. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ θάνατος ἐπίκειται, ἴσως καὶ πολὺ σύντομα, καὶ γιά μᾶς, διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἔμεινε ἐδῶ στὴν γῆ γιὰ πάντα. Βλέπουμε ὅτι πολλούς, καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο, ἡ ἐπίγειος εὐτυχία τοὺς προδίδει. Βλέπουμε αὐτὴν τὴν εὐτυχία νὰ μεταβάλλεται συχνὰ σὲ δυστυχία, ποὺ ὁμοιάζει μὲ καθημερινὴν ἐμπειρία θανάτου. Παρ’ ὅλην αὐτὴ τὴν τόσον ὀφθαλμοφανῆ μαρτυρία τῆς ἴδιας μας τῆς πείρας, ἐμεῖς κυνηγοῦμε τὰ πρόσκαιρα μόνον ἀγαθὰ ὡσὰν νὰ ἦσαν μόνιμα, αἰώνια. Μόνον σ’ αὐτὰ εἶναι στραμμένη ἡ προσοχή μας! Ξεχασμένος ὁ Θεός! Ξεχασμένη καὶ ἡ μεγαλοπρεπὴς καὶ συνάμα φοβερὰ αἰωνιότης! Μετανοεῖτε!

Θὰ μᾶς προδώσουν, ἀδελφοί, ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς προδώσουν ὅλα τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πάμπλουτους θὰ τοὺς προδώση ὁ πλοῦτος τους, τοὺς ἐνδόξους ἡ δόξα τους, τοὺς νέους ἡ νεότης τους, τοὺς σοφοὺς ἡ σοφία τους. Ἕνα μόνον αἰώνιο καὶ οὐσιῶδες ἀγαθὸν ἠμπορεῖ νὰ ἀποκτήση ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴν διέλευσή του ἀπὸ τὴν γῆ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθὴς γνῶσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμφιλίωσίς του μὲ τὸν Θεόν, τὴν ὁποία χαρίζει ὁ Χριστός. Γιὰ νὰ λάβη ὅμως κανεὶς τὰ κορυφαῖα καὶ ὑπέρτατα αὐτὰ ἀγαθά, πρέπει νὰ ἐγκαταλείψη τὴν ἁμαρτωλὴν ζωὴ καὶ νὰ τὴν μισήση. Μετανοεῖτε!

Μετανοεῖτε! Τί σημαίνει νὰ μετανοήσωμε; Σημαίνει νὰ ὁμολογήσωμε τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ μεταμεληθοῦμε γι’ αὐτές. Σημαίνει ἀκόμη νὰ πάψωμε νὰ τὶς διαπράττωμε καὶ ποτὲ πλέον νὰ μὴν ἐπιστρέψωμε σ’ αὐτές, ὅπως εἶπε κάποιος μεγάλος ἅγιος Πατέρας ἀπαντώντας σὲ ἀνάλογον ἐρώτηση. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν πολλοὶ ἄνθρωποι μεταβάλλονται σὲ ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ πολλοὶ ἄνομοι σὲ ἀνθρώπους εὐλαβεῖς καὶ δικαίους.

Μετανοεῖτε! Ἀπορρίψετε ἀπὸ ἐπάνω σας ὄχι μόνο τὶς φανερὲς ἁμαρτίες, ὅπως εἶναι ὁ φόνος, ἡ ἁρπαγή, ἡ ἀκολασία, ἡ διαβολὴ καὶ τὸ ψεῦδος, ἀλλὰ καὶ τὶς ὀλέθριες διασκεδάσεις, τὶς σαρκικὲς ἡδονές, τὰ ἀπρεπῆ ὀνειροπολήματα καὶ τοὺς ἀθέμιτους λογισμούς, ὅλα, ὅλα ὅσα ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιον. Τὴν μέχρι τώρα ἁμαρτωλὴν ζωή σας νὰ τὴν λούσετε μὲ τὰ δάκρυα τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας.

Ὅταν καταληφθῆς ἀπὸ ἀκηδία καὶ εἶσαι ψυχικῶς ἐξησθενημένος, μὴν εἰπῆς μέσα σου «ἔχω περιπέσει σὲ βαριὰ ἁμαρτήματα. Μὲ τὴν μακροχρόνιον ἁμαρτωλὴν ζωή μου ἔχω ἀποκτήσει ἁμαρτωλὲς συνήθειες, ποὺ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἔχουν γίνει σὰν φυσικές μου ἰδιότητες καὶ ἔχουν κάνει ἀδύνατη γιὰ μένα τὴν μετάνοια». Αὐτοὺς τοὺς σκοτεινοὺς λογισμούς σοῦ ἐμπνέει ὁ νοητὸς ἐχθρός σου, ποὺ δὲν τὸν ἔχεις προσέξει ἀκόμη, καὶ δὲν τὸν ἔχεις ἀντιληφθεῖ. Ἐκεῖνος γνωρίζει τὴν δύναμη τῆς μετανοίας καὶ φοβεῖται μήπως ἡ μετάνοια σὲ ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν ἐξουσία του. Καὶ προσπαθεῖ νὰ σὲ ἀφελκύση ἀπὸ τὴν μετάνοια μὲ τὸν λογισμὸν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐπιφέρη παντοδύναμο τὴν ἰατρεία του στὴν κατάστασή σου αὐτή. Αὐτοῦ τοῦ πολέμου τὴν ἐμπειρίαν εἶχε καὶ ὁ Προφήτης Δαβὶδ ὅταν ἔλεγε. «Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; Πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ. Πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου, οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. Φωνή μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ». Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει θεσπίσει τὴν μετάνοιαν εἶναι ὁ Δημιουργός σου, ὁ ὁποῖος σὲ ἐδημιούργησε ἐκ τοῦ μηδενός. Εὐκολώτερα λοιπὸν τώρα ποὺ σὲ ἔχει ἤδη φέρει στὴν ὕπαρξη ἠμπορεῖ νὰ σὲ ἀναπλάση καὶ νὰ μεταμορφώση τὴν καρδιά σου, ἀπὸ φιλαμαρτήμονα νὰ τὴν κάνη φιλόθεο, ἀπὸ φιλήδονο, ἀπὸ φιλόσαρκο, ἀπὸ κακόβουλο καὶ ἀπὸ ἡδυπαθῆ νὰ τὴν κάνη καθαράν, πνευματικήν, ἁγία.

Ἀδελφοί! Ἂς γνωρίσωμε τὴν ἀνέκφραστον ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ βυθισμένο στὴν ἁμαρτίαν ἀνθρώπινο γένος. Ὁ Κύριος οἰκονόμησε τὴν ἐνανθρώπησή του, ἔτσι ὥστε μέσω τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του νὰ ἠμπορέση νὰ δεχθῆ τὶς τιμωρίες ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀξίζουν νὰ δεχθοῦν. Καὶ μὲ τὸ νὰ δεχθῆ τιμωρίαν Ἐκεῖνος ὁ Πανάγιος, νὰ ἐξαγοράση καὶ νὰ λυτρώση τοὺς ἐνόχους ἀπὸ τὴν τιμωρία. Τί τὸν προσείλκυσε κοντά μας, ἐδῶ στὴν γῆ, στὸν τόπο τῆς ἐξορίας μας; Μήπως οἱ δικαιοσύνες μας; Ὄχι! Τὸν εἵλκυσε σὲ μᾶς ἡ ὀλέθρια ἐκείνη κατάστασις στὴν ὁποία μᾶς ἔριξε ἡ ἁμαρτία μας.

Ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί! Ἂς πάρωμε θάρρος, διότι γιά μᾶς, ἀκριβῶς πρὸς χάριν μας ὁ Κύριος ἐπετέλεσε τὸ μέγα ἔργον τῆς ἐνανθρωπήσεώς του! Ἐπέβλεψε μὲ ἀσύλληπτον ἔλεος στὶς ἀσθένειές μας. Ἂς πάψωμε νὰ ταλαντευώμεθα, ἂς πάψωμε νὰ παραδιδώμεθα στὴν ἀκηδία καὶ τὴν ἀμφιβολία. Ἂς πλησιάσωμε γεμάτοι πίστη, ζῆλο καὶ εὐγνωμοσύνη, καὶ ἂς ἀρχίσωμε τὴν μετάνοια. Ἂς συμφιλιωθοῦμε διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὸν Θεόν. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε, ὅσον μᾶς εἶναι δυνατόν, μὲ τὶς ἀσθενικὲς δυνάμεις μας στὴν μεγάλην ἀγάπη τοῦ Κυρίου πρὸς ἐμᾶς, ὅπως ἠμποροῦν νὰ ἀνταποκρίνωνται στὴν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ τὰ δημιουργήματά του, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἔπεσαν στὴν ἁμαρτία: Ἂς μετανοήσωμε! Ἂς μετανοήσωμε ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἂς δώσωμε μαρτυρία τῆς μετανοίας μας, ὄχι μόνο μὲ λίγα δάκρυα τῆς στιγμῆς, οὔτε μόνο μὲ τὴν ἐξωτερικὴν συμμετοχὴ στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τελοῦμε μόνο τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἱεροτελεστίες, ὅπως περιωρίζοντο νὰ πράττουν οἱ Φαρισαῖοι. Ἂς προσκομίσωμε μαζὶ μὲ τὰ δάκρυα καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴν εὐσέβεια καὶ τὸν ἄξιον καρπὸ τῆς μετανοίας μας. Ἂς μεταβάλωμε τὴν ἁμαρτωλὴν ζωή μας σὲ σύμφωνον μὲ τὸ Εὐαγγέλιον βιοτήν.

«Ἵνα τί ἀποθνήσκετε, οἶκος Ἰσραήλ;». Γιατί χάνεστε, χριστιανοί, μὲ θάνατον αἰώνιον ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν σας; Γιατί νὰ γεμίζετε τὴν κόλαση σὰν νὰ μὴν ἔχη θεσπισθῆ μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ πανίσχυρος μετάνοια; Αὐτὴ ἡ ἄπειρος ἀγαθὴ δωρεὰ ἔχει δοθεῖ στὸν οἶκον Ἰσραήλ, δηλαδὴ στοὺς χριστιανούς. Καὶ ὅποτε θελήσουμε, καθ’ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς μας, καὶ ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, ἡ δωρεὰ αὐτὴ ἐνεργεῖ μὲ δύναμη μοναδική. Καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, σώζει τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ προστρέχει στὸν Θεόν, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς μετανοήση στὰ τελευταῖα λεπτὰ τῆς ζωῆς του, μόλις πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο.

«Ἵνα τί ἀποθνήσκετε, οἶκος Ἰσραήλ;». Χάνονται τόσοι χριστιανοὶ μὲ τὸν αἰώνιον θάνατο, γιὰ τὸν λόγο ὅτι σὲ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἐπιγείου ζωῆς των δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀθέτηση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ ἔδωσαν κατὰ τὸ ἅγιον Βάπτισμα, καὶ μὲ τὴν δουλεία τους στὴν ἁμαρτία. Χάνονται, διότι δὲν κρίνουν τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ ἄξιον ἀκόμη καὶ τῆς παραμικρᾶς προσοχῆς τους, τὸν Λόγο ποὺ κηρύττει τὴν μετάνοια. Στὶς ὕστατες στιγμὲς πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό τους, δὲν κατορθώνουν νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὴν πανίσχυρο δύναμη τῆς μετανοίας. Δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπωφεληθοῦν εἴτε διότι δὲν ἀπέκτησαν καμμίαν γνώση γιὰ τὸν χριστιανισμόν, εἴτε διότι ἀπέκτησαν μία πολὺ ἀνεπαρκῆ καὶ συγκεχυμένη γνώση γι’ αὐτόν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὀνομασθῆ πλήρης ἄγνοια μᾶλλον παρὰ ἔστω καὶ παραμικρὰ γνῶσις.

«Ζῶ Ἐγώ, λέγει Κύριος», ἀναγκαζόμενος νὰ ἐνισχύση μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν διαβεβαίωση ἐνώπιον τῶν ἀπίστων, καὶ νὰ διεγείρη τὴν προσοχὴ τῶν ἀπροσέκτων. «Ζῶ Ἐγώ, λέγει Κύριος, οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς, ὡς τὸ ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ, καὶ ζῆν αὐτόν… Ἵνα τί ἀποθνήσκετε οἶκος Ἰσραήλ;».

Ὁ Θεὸς ἐγνώριζε τὴν ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων. Ἐγνώριζε ὅτι καὶ μετὰ τὸ Βάπτισμα θὰ πίπτουν σὲ παραπτώματα καὶ ἁμαρτίες. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ ἐθέσπισε στὴν Ἐκκλησία του τὸ Μυστήριον τῆς Μετανοίας, διὰ τῆς ὁποίας καθαρίζονται οἱ ἁμαρτίες ποὺ διεπράχθησαν μετὰ τὸ Βάπτισμα. Ἡ μετάνοια πρέπει νὰ συμβαδίζη μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, καὶ νὰ προηγεῖται ἀπὸ τὸ εἰς Χριστὸν Βάπτισμα. Μετὰ δὲ τὸ Βάπτισμα βοηθεῖ ἐκεῖνον ποὺ ἐπίστευσε στὸν Χριστὸν καὶ ἐβαπτίσθη σ’ αὐτόν, νὰ διορθώση τὶς παραβάσεις τῶν ὑποχρεώσεών του.

Ὅταν πολλοὶ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὅλην τὴν Ἰουδαία κατέβαιναν στὸν Ἰορδάνη γιὰ νὰ βαπτισθοῦν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, τὸν κήρυκα τῆς μετανοίας, ἐξωμολογοῦντο σ’ αὐτὸν τὶς ἁμαρτίες των, ὄχι ἐπειδὴ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς εἶχε ἀνάγκη νὰ γνωρίζη τὶς ἁμαρτίες τῶν προσερχομένων σ’ αὐτόν, ὅπως παρατηρεῖ κάποιος ἱερὸς συγγραφεύς, ἀλλὰ διότι ἦταν ἀνάγκη, χάριν τῆς σταθερότητος τῆς μετανοίας τους, μαζὶ μὲ τὴν λύπη τους γιὰ τὴν διάπραξη ἁμαρτημάτων, νὰ συνενώσουν καὶ τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ἡ ψυχὴ ποὺ γνωρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῆ τὶς ἁμαρτίες της, λέγει ὁ ἴδιος ἅγιος, συγκρατεῖται μὲ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν σκέψη ὡσὰν μὲ χαλινόν, νὰ μὴν ἐπαναλάβη τὶς προηγούμενες ἁμαρτίες. Ἀντιθέτως, οἱ ἁμαρτίες ποὺ δὲν ἔγιναν ἀντικείμενον ἐξομολογήσεως, ἐπαναλαμβάνονται μὲ ἄνεση, ὡσὰν νὰ διεπράχθησαν στὸ σκότος. Μὲ τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν καταλύεται ἡ φιλική μας σχέσις πρὸς αὐτές. Τὸ μίσος πρὸς τὶς ἁμαρτίες εἶναι σημάδι ἀληθινῆς μετανοίας, καὶ ἀποφασιστικότητος τοῦ ἐξομολογουμένου νὰ ζήση ζωὴν ἐνάρετον.

Ἂν ἀπέκτησες τὴν ἕξη πρὸς ἁμαρτωλὲς πράξεις, τότε νὰ τὶς ἐξομολογῆσαι συχνά, καὶ σύντομα θὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία σου σ’ αὐτές, καὶ ἔτσι μὲ εὐκολία καὶ χαρὰ θὰ ἀκολουθῆς τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστό. Ἂν κάποιος καταδίδει συνεχῶς τοὺς φίλους του, οἱ φίλοι του γίνονται ἐχθροί του καὶ ἀπομακρύνονται σὰν ἀπὸ καταδότη, ποὺ ἐπιδιώκει στὴν πραγματικότητα τὴν καταστροφή τους. Ἂν κάποιος ἐξομολογῆται τὰ ἁμαρτήματά του, αὐτὰ ὑποχωροῦν καὶ τὸν ἐγκαταλείπουν, διότι οἱ ἁμαρτίες θεμελιώνονται καὶ στηρίζονται ἐπάνω στὴν ὑπερηφάνεια τῆς πεπτωκυίας φύσεως, καὶ δὲν ἀντέχουν τὴν ἀποκάλυψή τους καὶ τὸν ὀνειδισμό.

Ὅποιος μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ μετανοήση, ἁμαρτάνει ἐκ προαιρέσεως καὶ μὲ τὴν πρόθεσή του, αὐτὸς συμπεριφέρεται ὕπουλα ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅποιος, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ μετανοήση, ἁμαρτάνει αὐτοπροαιρέτως καὶ μὲ πρόθεση νὰ ἐνεργήση ἔτσι, αὐτὸς πλήττεται ἀπροσδοκήτως ἀπὸ τὸν θάνατο, καὶ δὲν τοῦ παρέχεται ὁ καιρὸς τὸν ὁποῖον σκοπεύει νὰ ἀφιερώση στὴν ἀρετή.

Μὲ τὸ μυστήριον τῆς ἐξομολογήσεως καθαρίζονται καὶ ἐκπλύνονται τελείως ὅλες οἱ ἁμαρτίες ποὺ ἔχουν διαπραχθῆ ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ διανοίᾳ. Γιὰ νὰ ἐξαλειφθοῦν ἀπὸ τὴν καρδιὰ οἱ ἁμαρτωλὲς συνήθειες ποὺ μὲ τὴν πάροδο τῶν ἐτῶν ἔχουν ριζώσει μέσα της, χρειάζεται νὰ ἐμμένη κανεὶς συνεχῶς καὶ σταθερὰ στὴν μετάνοια. Ἡ συνεχὴς καὶ σταθερὰ μετάνοια βιώνεται ὡς συνεχὴς συντριβὴ τοῦ πνεύματος, καὶ συνίσταται στὴν πάλη μὲ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκδηλώνεται τὸ κρυμμένο στὴν καρδίαν ἁμαρτωλὸν πάθος, στὴν χαλιναγώγηση τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καὶ τῆς κοιλιᾶς, στὴν ταπεινὴ προσευχὴ καὶ στὴν συχνὴ ἐξομολόγηση.

Ἀδελφοί, μὲ τὴν ἑκουσία ἁμαρτία ἔχουμε χάσει τὴν ἁγίαν ἁγνότητα, τὴν καθαρότητα καὶ ἀθωότητα, ποὺ παραβιάζεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ πράξη, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν γνώση τοῦ κακοῦ. Ἔχουμε χάσει τὴν καθαρότητα καὶ ἀθωότητα, μέσα στὴν πνευματικὴν αἴγλη καὶ ἀκτινοβολία τῆς ὁποίας μᾶς ἔφεραν στὸ εἶναι, κατὰ τὴν γένεση, τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔχουμε χάσει ἀκόμη καὶ τὴν καθαρότητα ποὺ ἐλάβαμε κατὰ τὴν ἀνάπλασή μας μὲ τὸ ἅγιον Βάπτισμα. Στὸν δρόμο τῆς ζωῆς ἔχουμε κηλιδώσει μὲ ποικίλες ἁμαρτίες τὸν χιτώνα μας, τὸν ὁποῖον ὁ Λυτρωτὴς μᾶς εἶχε καθαρίσει καὶ λευκάνει πρὸς χάριν μας. Τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἔχει ἀπομείνει εἶναι τὸ ὕδωρ, τὸ ὕδωρ τῆς μετανοίας. Τί θὰ ἀπογίνωμε ἐὰν ἀμελήσωμε καὶ καταφρονήσωμε καὶ αὐτὸ τὸ λουτρὸν τοῦ καθαρισμοῦ; Θὰ ἀναγκασθοῦμε νὰ παρουσιασθοῦμε ἐνώπιόν του Θεοῦ μὲ ψυχὴν παραμορφωμένην ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ Ἐκεῖνος θὰ ἐμβλέψη φοβερὸς σὲ μία τοιαύτη μολυσμένην ψυχή, καὶ θὰ τὴν καταδικάση στὸ πῦρ τῆς γεένης.

«Λούσασθε». λέγει Κύριος ὁ Θεὸς στοὺς ἁμαρτωλούς, «καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν… καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν». Καὶ πῶς τελειώνει ἡ δικαία αὐτὴ κρίσις τοῦ Θεοῦ, ἡ κρίσις του γιὰ τὴν μετάνοια, στὴν ὁποία συνεχῶς καλεῖ τὸν ἁμαρτωλὸν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐπιγείου ζωῆς του; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὁμολογήση τὶς ἁμαρτίες του, καὶ ἀποφασίση νὰ μετανοήση εἰλικρινῶς καὶ νὰ διορθωθῆ, τότε ὁ Θεὸς λύει τὴν κρίση ποὺ ὑπῆρχε μαζί του μὲ τὴν ἀκόλουθον ἀπόφαση: «Καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ». Ἂν ὅμως ὁ χριστιανὸς καταφρονήση αὐτὴν τὴν τελευταία, τὴν πολυεύσπλαχνο κρίση τοῦ Θεοῦ, τότε τοῦ ἀνακοινώνεται ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ ὁριστική του καταδίκη στὸ αἰώνιον πῦρ.

«Τὸ χρηστόν τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «εἰς μετάνοιάν σε ἄγει». Ὁ Θεὸς βλέπει τὰ ἁμαρτήματά σου, παρατηρεῖ μὲ μακροθυμία τὶς ἁμαρτίες ποὺ διαπράττεις κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα του, τὴν ἁλυσίδα τῶν ἁμαρτιῶν ποὺ διεμόρφωσαν ὅλον σου τὸν βίο. Ἀναμένει τὴν μετάνοιά σου, καὶ συνάμα ἀναθέτει στὴν ἐλευθέρα προαιρεσή σου τὴν ἐπιλογὴν τῆς σωτηρίας σου ἢ τῆς καταδίκης σου στὸ αἰώνιον πῦρ. Σὺ ὅμως καταχρᾶσαι τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ! Οὐδεμία διόρθωσις καὶ βελτίωσις μέσα σου! Ἡ ἀδιαφορία σου ἀντιθέτως αὐξάνει! Αὐξάνει μέσα σου ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ περιφρόνησίς σου πρὸς τὸν Θεὸν ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἰδική σου, τὴν αἰώνια τύχη σου. Ἐνδιαφέρεσαι, μόνο γιὰ τὸ πῶς θὰ πληθύνης τὶς ἁμαρτίες σου, καὶ στὶς προηγούμενες ἁμαρτίες σου προσθέτεις νέες καὶ χειρότερες! «Κατὰ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὅς ἀποδώσει ἐκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Τοῖς μὲν καθ’ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι, ζωὴν αἰώνιον, τοῖς δὲ ἐξ ἐριθείας (ἀπὸ φιλόνεικο διάθεση δηλαδή), καὶ ἀπειθοῦσι μὲν τῇ ἀληθείᾳ, πειθομένοις δὲ τῇ ἀδικίᾳ, θυμὸς καὶ ὀργή. Θλίψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν».

Ἀμήν.

Πηγή: agiazoni.gr

25/12/17

Μιὰ χριστουγεννιάτικη νύχτα
τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου, τῆς Βίτσας 1

χειμώνας τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἦταν βαρύτατος στὰ ὀρεινὰ ὑψώματα τῶν Ζαγοροχωρίων. Βίτσα καὶ Μονοδένδρι εἶχαν θαφτεῖ στὸ χιόνι ἀπὸ τὰ μέσα Δεκεμβρίου καὶ ὁ ξηρὸς βοριᾶς ποὺ φυσοῦσε τὸ ἔσφιγγε καὶ τὸ ἔκανε γυαλί, ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε ἕνα ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ περπατήσει, εἴτε γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὰ ζωντανά του, εἴτε νὰ οἰκονομήσει κάτι γιὰ τὶς οἰκογενειακές του ἀνάγκες. Σπάνια νὰ εὕρισκες κάποιον πεζοπόρο-ὀρειβάτη, ποὺ ἤθελε νὰ ἀπολαύσει τὸ χειμωνιάτικο τοπίο μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῶν στολισμένων δένδρων ἀπὸ τὶς πανεύμορφες κρυσταλλίζουσες νιφάδες καὶ νὰ βαδίζει τυλιγμένος στὸ πανωφόρι του μὲ τὰ ἀχνίζοντα χνώτα του νὰ θαμπώνουν τὴν ὅρασή του. Χειμερία νάρκη βασίλευε παντοῦ.
Ἀπὸ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, στὶς 17 τοῦ Δεκέμβρη, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δὲν εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι του. Συνήθιζε τότε νὰ σταματάει τὶς περιοδεῖες του γιὰ κατήχηση τοῦ λαοῦ καὶ ἐξομολόγηση. Ἂν βέβαια κάποιος εἶχε ἀνάγκη, τὸν εὕρισκε στὸν Προφήτη Ἠλία, στὸ ἀπόμακρο Μοναστηράκι του, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπαυε νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ λειτουργεῖ μὲ βοηθὸ καὶ ψάλτρια τὴ γερόντισσα, τυφλὴ ἀδελφή του. Ὁ Γέροντας ἦταν τόσο φιλακόλουθος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε Ἅγιος τῆς ἡμέρας, ποὺ νὰ μὴν τὸν ψάλει καὶ νὰ μὴν τὸν παρακαλέσει γιὰ ὅλους τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς ἐμπερίσταστους, αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, γιατὶ δὲν ἔχουν γευθεῖ τὴ γλυκύτητα τῆς μετάνοιας, τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας κοινωνίας.
Ἐκείνη τὴ χρονιὰ καὶ νὰ ἤθελε νὰ συνεχίσει τὴν ἱεραποστολική του δράση στὰ δυσπρόσιτα χωριὰ τῆς Ἠπείρου ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, εὕρισκε ἐμπόδιο τὸν καιρό. Οἱ χιονοπτώσεις καὶ ἡ παγωνιὰ τοῦ ἀπαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ἔτσι ἔμενε κλεισμένος μέσα, νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴ μεγάλη γιορτή. Οἱ ἑτοιμασίες τοῦ Γέροντα ἦταν πνευματικές. Τίποτα τὸ ὑλικὸ δὲν τὸν συγκινοῦσε. Πλημμύριζε ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἔνοιωθε ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ὕμνος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων τὸ βράδυ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ μας στὸ φτωχὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» δονοῦσε τὰ σωθικά του καὶ κινοῦσε τὰ χείλη του. Καὶ ὅταν ἡ καρδιὰ εἶναι γεμάτη Χριστό, τότε τὸ στομάχι χορταίνει μὲ τὸ παραμικρό, μὲ τὸ βρεγμένο παξιμάδι καὶ τὸ ψημένο στὴ χόβολη κρεμμύδι, ποὺ ἔχει ἀνείπωτη γλυκύτητα. Αὐτά, ἄλλωστε, διέθετε καὶ τὸ μικρὸ Μοναστηράκι τοῦ Γέροντα. Στὶς ἱεραποστολικές του ἐπισκέψεις ἡ ἀδελφή του ποὺ πάντοτε τὸν συνόδευε συγκέντρωνε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν πιστῶν, ὅ,τι τῆς ἔδιναν. Ἀλεύρι σταρένιο, κριθάρινο ἢ καλαμποκίσιο, καρύδια, μύγδαλα, μέλι, ὄσπρια, τυριὰ καὶ ἄλλα φαγώσιμα, τὰ ὁποῖα κατανάλωνε μαζὶ μὲ τὸν Γέροντα ἀδελφό της καὶ περίσσευαν καὶ γιὰ τοὺς προσκυνητές. Βλέπετε, ἡ φιλοξενία ἦταν στὸ αἷμα τοῦ ταπεινοῦ λευΐτη, τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, καὶ κανεὶς δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἐρημητήριό του, χωρὶς νὰ δεχθεῖ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης του. Μήπως ἔχουμε τίποτα δικό μας, ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, «πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστὶ καταβαῖνον», ἔλεγε. Μᾶς τὰ χαρίζει ὁ δωρεοδότης Κύριός μας, καὶ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια τοῦ τροπαρίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων: «Δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε»!
Τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων τὰ χιόνια εἶχαν καλύψει τὸν αὐλόγυρο τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ χρειάσθηκε μὲ τὰ ροζιασμένα ἀλλὰ ἁγιασμένα χεράκια του νὰ ἀνοίγει μόνος του διάδρομο ἀπὸ τὴν πόρτα τῶν κελλιῶν μέχρι τὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ. Στὸ μέσο τῆς αὐλῆς ὑπῆρχε ἡ στεγασμένη δεξαμενή, ὅπου μάζευε τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ μὲ αὐτὰ ἐξυπηρετοῦσε ὅλο τὸ χρόνο τὰς ἀνάγκες του σὲ νερό. Αὐτὴ ἔπρεπε νὰ τὴν παρακάμψει στὸν ἀποχιονισμό, ἀλλὰ ἐξ ἀνάγκης τὴ γέμιζε μὲ περισσότερο χιόνι, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ πετοῦσε μὲ τὸ ὁλόγιομο φτυάρι του.
Μέσα στὸν Ναὸ τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Γέμισε ὁ Γέροντας τὴν ξυλόσομπα μὲ καυσόξυλα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοὺς θερινοὺς μῆνες μάζευε ἀπὸ τὸ γειτονικὸ δάσος καὶ ἀρκοῦσαν καὶ γιὰ τὸ τζάκι καὶ τὴν ἑστία τοῦ μαγειρείου, τὸ βασίλειο τῆς τυφλῆς ἀδελφῆς του. Αὐτὴ ἦταν ἡ μαγείρισσα. Πόσο μιὰ τυφλὴ μποροῦσε νὰ μαγειρέψει καλὰ καὶ καθαρά; Κι ὅμως ποτὲ ὁ Γέροντας δὲν παραπονέθηκε γιὰ τὸ φαγητὸ τῆς ἀδελφῆς του. Τὸ θεωροῦσε εἶδος πρὸς συντήρηση. «Δὲν ζοῦμε, γιὰ νὰ τρῶμε», ἔλεγε, «ἀλλὰ τρῶμε γιὰ νὰ ζοῦμε».
Τὴν ὥρα τοῦ «ἱλαροῦ φωτός», τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἄναψε ὅλα τὰ καντήλια τοῦ τέμπλου καὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης ψάλλοντας τὸ δοξαστικὸ τῶν Χριστουγέννων: «Τί Σοὶ προσενέγκωμεν, Χριστέ»; Τί νὰ σοῦ προσφέρουμε, Χριστέ μου, ἀφοῦ «ἰσαρίθμους τῇ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεῦ Ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον»; Εὐπρέπισε τὸ προσκυνητάρι βάζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας μὲ μερικὰ κλαδιὰ δένδρων, τοποθέτησε τὸ νάμα καὶ τὸ πρόσφορο στὴν Ἁγία Πρόθεση καὶ ἄναψε ὅλα τὰ κεριὰ τοῦ πολυελέου. Σήμερα γεννήθηκε ὁ Χριστός μας, μονολόγησε, πρέπει νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε βάζοντας τὰ γιορτινά μας. Ὅλος ὁ Ναὸς πρέπει νὰ λάμψει σὰν τὴν φάτνη ἀπὸ τὸ ἀστέρι τῶν Χριστουγέννων. Μόνο βοσκοὺς δὲν ἔχουμε, εἶπε, νὰ προσκυνήσουν τὸ νεογέννητο θεῖο Βρέφος. Ὄχι ὅτι τὰ χωριά μας δὲν ἔχουν βοσκούς, ἀφοῦ ἡ κτηνοτροφία εἶναι ἡ βασικὴ πηγὴ ζωῆς στὴν ὀρεινὴ περιοχή μας, καὶ κάθε πλαγιὰ ἔχει καὶ τὴ δική της στάνη, ἀλλὰ μὲ τέτοιο χιονιὰ ποιός θὰ μπορέσει νὰ φύγει ἀπὸ τὴ στάνη του, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ χριστουγεννιάτικη λειτουργία τοῦ ἀπόμερου Μοναστηριοῦ μας;
Στὸ ἀναλόγιο ἡ τυφλὴ καλόγρια ἀδελφή του μὲ καθαρὴ μαντήλα καὶ ράσα ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων. Ἔψαλλε ὅσα γνώριζε ἀπὸ στήθους λόγῳ τῆς πολυχρόνιας ἐμπειρίας καὶ ψαλμωδίας καὶ ἀπήγγελλε τοὺς Ψαλμοὺς καὶ τὰ Ἀναγνώσματα μὲ περισσὴ κατάνυξη. Ὁ Γέροντας ντυμένος μὲ ἁπλᾶ, ἀλλὰ πεντακάθαρα ἄμφια, βοηθοῦσε ψάλλοντας τὰ ἰδιόμελα τῆς Ἑορτῆς μὲ τὴ μελωδικώτατη φωνή του: «Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γεννηθέντος πεφώτισται τὰ σύμπαντα...».
Ὅταν ἔφθασαν στὰ καθίσματα τοῦ ὄρθρου καὶ ἄρχισαν νὰ ψάλλουν τὰ κατανυκτικώτατα «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός...» ἄκουσαν κτυπήματα στὸ χερούλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ Μοναστηριοῦ. Κοίταξε μὲ ἀπορία ὁ Γέροντας στὸ πρόσωπο τὴν ἀδελφή του, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ θορυβημένη μὲ μορφασμοὺς ἐκδήλωνε τὴν ἀνησυχία της. Δέν περίμεναν μὲ τέτοιο καιρὸ κανέναν. Καὶ ἡ νύχτα ἦταν ἤδη προχωρημένη. Ποιός μποροῦσε νὰ πλησιάσει μέσα ἀπὸ τὸ ἀπάτητο χιόνι στὸ Μοναστήρι;
-Θὰ εἶναι ἐχθρὸς ἢ φίλος; Ρώτησε ἡ καλόγρια.
-Δὲν ἔχουμε ἐχθρούς. Ὅλοι εἶναι ἀδέλφια μας καὶ ἴσως κάποιος νὰ ἔχει ἀνάγκη, ἀπάντησε ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος φόρεσε ἕνα χοντρὸ ἐπανωφόρι καὶ βιάστηκε νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ναὸ παίρνοντας μαζί του ἕνα λυχνοφάναρο, γιὰ νὰ τοῦ φέγγει τὸ διάδρομο μέχρι τὴν ἐξώπορτα. Τὸ παγωμένο χιόνι ἀντιφέγγιζε μὲ τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ἀλλὰ ἐμπόδιζε τὸ περπάτημα. Ἡ ζεστασιὰ τῆς θείας Γεννήσεως θέρμαινε τόσο τὸν Γέροντα, ποὺ δὲν ἔνοιωθε πόνο ἀπὸ τὸν παγωμένο βοριά, ποὺ τοῦ ρίπιζε τὸ σκαμμένο ἀπὸ τὸ χρόνο ἀσκητικό του πρόσωπο.

-Χριστὸς ἐτέχθη, φώναξε! Ποιός εἶσαι, ἀδελφέ;
Ἡ φωνὴ τοῦ ξένου ἀκούσθηκε χαμηλή, ἴσα ποὺ τὴν ξεχώριζες.
-Χριστιανὸς εἶμαι, χάθηκα μέσα στὰ βουνὰ καὶ τὸ χιόνι μοῦ δυσκόλεψε τὸν προσανατολισμό. Ἄκουσα τὴν καμπάνα καὶ κατάλαβα ὅτι κάπου κοντὰ γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα. Εἶπα· «Χριστέ μου, βοήθησέ με νὰ γιορτάσω κι ἐγὼ τὴ γέννησή Σου! Κι’ Ἐσὺ δὲν εἶχες τόπο νὰ γεννηθεῖς στὴ χειμωνιάνικη Βηθλεὲμ καὶ βρέθηκε τὸ σπήλαιο νὰ Σὲ δεχθεῖ. Βρές μου κι ἐμένα τώρα ἕνα σπήλαιο. Ἂν δὲν βρῶ σύντομα μιὰ ζεστὴ γωνιά, θὰ πεθάνω ἀπὸ τὸ κρύο. Μὴν μὲ ἐγκαταλείπεις, Χριστέ μου, ἀφοῦ γιὰ ἐμᾶς ἔγινες ἄνθρωπος»!
Ὁ Γέροντας ἄνοιξε γρήγορα τὴν πόρτα καὶ τὴν ἔκλεισε πίσω του. Καλωσόρισε τὸν παγωμένο ὁδοιπόρο καὶ πηγαίνοντας μπροστὰ μὲ τὸ λυχνοφάναρο τὸν ὁδήγησε κατ’ εὐθεῖαν στὸν ζεστὸ καὶ ὁλόφωτο Ναό. Τοῦ ἔβαλε μιὰ καρέκλα δίπλα στὴν ξυλόσομπα καὶ τὸν προέτρεψε νὰ καθήσει ἐκεῖ, γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, καὶ ὁ ἴδιος βγάζοντας τὸ πανωφόρι του μπῆκε στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ ἄρχισε τὶς Καταβασίες. Δονήθηκε ὅλος ὁ Ναὸς μὲ τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε», τὸν περίφημο Κανόνα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Μελωδοῦ καὶ τὸ «Ἔσωσε λαὸν θαυματουργῶν Δεσπότης» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἡ τυφλὴ καλόγρια βαστοῦσε τὸ ἴσο καὶ ἐπαναλάμβανε τὶς γνωστὲς σὲ ἐκείνην καταβασίες. Ὁ ξένος ἔνοιωσε τὴ θαλπωρὴ τοῦ Ναοῦ καὶ τὴν Ψαλμωδία τῶν δύο ἀδελφῶν σὰν οὐράνιο δῶρο. «Ζεῖ Κύριος» μονολογοῦσε. «Δὲν μὲ ἄφησε νὰ χαθῶ. Ἔχασα τὸ δρόμο μου μέσα στὶς δυσκολοπερπάτητες βουνοπλαγιὲς καὶ μέσα στὸ βαρύτατο χιονιά, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε καὶ γιὰ μένα σήμερα».
Πρὶν τοὺς Αἴνους ὁ Γέροντας πλησίασε τὸν ἄγνωστο χριστουγεννιάτικο ἐπισκέπτη του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀπόλυτης κατανύξεως.
-Πῶς πᾶς, ἀδελφέ; Τὸν ρώτησε. Ζεστάθηκες; Ὁ Κύριός μας σὲ ἀγαπᾶ. Γιὰ ὅλους μας γεννήθηκε σήμερα. Σὲ ἔστειλε κοντά μας. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Του. Μήπως θέλεις νὰ Τὸν νοιώσεις πιὸ βαθιὰ στὴν καρδιά σου; Μήπως θέλεις νὰ ἐξομολογηθεῖς, ἂν ἔχεις κάτι ποὺ σὲ βαραίνει;
Ὁ ξένος συγκατένευσε καὶ σὲ λίγο ἐμπρὸς στὴν Ὡραία Πύλη καὶ κάτω ἀπὸ τοὺς κινούμενους ἀπὸ τὸν Γέροντα πολυελέους συντελέσθηκε τὸ μυστήριο. Ἡ ἐξομολόγηση καθάρισε τὴν καρδιὰ τοῦ ὁδοιπόρου καὶ τὴν ἑτοίμασε νὰ ζεσταθεῖ καὶ αὐτὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ.
Στὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» ὁ ξένος δέχθηκε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ στὴν καρδιά του ποὺ ἔγινε φάτνη γεννήθηκε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ὁ Γέροντας περίχαρις ἀπευθύνθηκε στὴν ἀδελφή του λέγοντας:
-Καλογραῖα, νὰ ποὺ ὁ Χριστός μας ἔστειλε καὶ τοὺς βοσκοὺς νὰ τὸν προσκυνήσουν! Ἡ καμπάνα μας ἔγινε ὁ ἀστέρας ποὺ ὁδήγησε τὸν ἀδελφὸ κοντά μας. Τὸν ὁδήγησε ἐδῶ, ὥστε καὶ ἐκεῖνος νὰ χαρεῖ τὴν πνευματικὴ τῶν Χριστουγένων ἀγαλλίαση, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς νὰ μὴν εἴμαστε μόνοι, χρονιάρα μέρα.
Στὸ τζάκι δίπλα μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» μιὰ ζεστὴ σούπα ἦταν τὸ καλύτερο βάλσαμο γιὰ ὅλους. Καὶ τὸ φτωχικὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι τοῦ Γέροντα καὶ τῆς ἀδελφῆς του ἦταν καλύτερο καὶ φαινόταν πλουσιότερο ἀπὸ τὰ πιὸ ἀριστοκρατικά, χριστουγεννιάτικα τραπεζώματα στὰ μεγάλα ἀρχοντόσπιτα. «Κανεὶς δὲν χορταίνει μὲ τὰ φαγητά», ἔλεγε, ὁ Γέροντας, «ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεμίζει καὶ θερμαίνει καρδιές».
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
1 Νέος Ὅσιος Γέροντας, ὁ π. Ἰάκωβος Βαλαδῆμος, κοιμήθηκε στὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960.

18/12/17

«Τί θαυμάζεις, Μαριάμ;»

.           Καθὼς φθάνουν τὰ Χριστούγεννα, 

ἡ μορφὴ τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, τῆς Παναχράντου Μητέρας τοῦ Κυρίου μας, καταλαμβάνει ξεχωριστὴ θέση στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν.

 Ἔκτακτο τὸ μεγαλεῖο της, διότι μόνην ἐκείνην ἐξέλεξε ὁ Θεὸς νὰ γίνει ἐκλεκτὸ ὄργανο, ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Μονογενής Του Υἱὸς θὰ προσ­ελάμβανε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ θὰ ἐρχόταν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ὡς Σω­­­­­τήρας καὶ Λυτρωτής.


.           Ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας τὶς ἡμέρες αὐτὲς παρουσιάζει τὸ πανάγιο πρόσωπό της, τὴν τιμητικὴ θέση της καὶ τὴ στάση της στὸ Μυστήριο τῆς Γεννήσεως.


.           Σ’ ἕνα τροπάριο – κάθισμα τοῦ Ὄρ­θρου τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἱερὸς Ὑ­μνογράφος ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Παν­­αγία Θεοτόκο μ’ ἕνα ἐρώτημα:


.           «Τί θαυμάζεις Μαριάμ; τί ἐκθαμβεῖσαι τὸ ἐν σοί;»· τί κοιτᾶς, θαυμάζεις καὶ ἀ­πορεῖς, Μαριάμ; Γιατί ἐκπλήττεσαι μ’ αὐ­­­­τὸ ποὺ Σοῦ συμβαίνει;


.           Τὴν ἐρωτᾶ ὁ ἱερὸς ὐμνωδός, καὶ ἐ­κείνη ἀπαντᾶ: «Ὅτι ἄχρονον Υἱόν, χρό­νῳ ἐγέννησα, τοῦ τικτομένου τὴν σύλληψιν μὴ διδαχθεῖσα».

 Θαυμάζω καὶ ἀ­πορῶ, διότι τὸν ἄχρονο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ τὸν γέννησα τώρα, σὲ ὁρισμένο χρόνο ὡς ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς ἔγινε ἡ σύλληψη! 

 «Ἄνανδρός εἰμι, καὶ πῶς τέξω Υἱόν; ἄσπορον γονὴν τίς ἑώρακεν; ὅπου Θεὸς δὲ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις, ὡς γέγραπται».

 Εἶμαι Παρθένος, δὲν ἔχω ἄνδρα. 

Πῶς θὰ γεν­νήσω παιδί;

 Ὅταν ὅμως θέλει ὁ Θεός, ἀλλάζει ἡ φυσικὴ ροὴ τῶν πραγμάτων, ἀλλάζουν οἱ φυσικοὶ νόμοι!
.           Προσπαθεῖ ὁ ἱερὸς Ὑμνογράφος στὸ τροπάριο αὐτὸ ν’ ἀποτυπώσει τὴν ἔκ­πληξη τῆς Παναγίας μας ἐνώπιον τοῦ μοναδικοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.

 Ἀλλὰ τὸ τροπάριο αὐτό, ἐκφράζει καὶ τὴν ἔκπληξη τοῦ κάθε ἀνθρώπου μπροστὰ στὸ θεϊκὸ Μυστήριο.
.           «Τί θαυμάζεις Μαριάμ;», εἶναι καὶ ἡ δική μας ἀπορία.

 Πῶς ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, πῶς ὁ ἀχώρητος Θεὸς χωράει στὰ σπλάχνα μιᾶς Παρθένου; Θαυ­μάζεις (ἀπορεῖς) γιὰ τὴν ταπείνωση, τὴ συγκατάβαση ποὺ βλέπεις νὰ ἔχει «ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων»;

 Ἐκπλήττεσαι ἀπὸ τὴν ἄγνοια, τὴν ἀδιαφορία καὶ τὴν ψυχρότητα τῶν ἀνθρώπων;
.           Ὅσο ὅμως καὶ ἂν ὁ ἱερὸς Ὑμνογράφος προσπαθεῖ νὰ παρουσιάσει τὴν ἀπορία – ἔκπληξη τῆς Θεοτόκου καὶ νὰ δώσει ὁ ἴδιος ἀπαντήσεις, τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς πληροφορεῖ πὼς ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὅλο αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ διῆλθε μὲ σιωπὴ καὶ «πάντα συνετήρει… ἐν τῇ καρδίᾳ αὐ­­τῆς» (Λουκ. β´ 19)· συγκρατοῦσε ὅλα αὐτὰ μέσα στὴν καρδιά της.
.           Ἡ Παναγία μας σιωπηλὴ στέκεται δίπλα καὶ ἀτενίζει τὸ θεῖο Βρέφος.

 Ὑπηρετεῖ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ μέσα στὴ σιωπή της.

 Δὲν ἐκφράζεται γιὰ τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔζησε τὴν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τὴ στιγμὴ τῆς θείας Γεννήσεως, τῆς προσ­κυνήσεως τῶν Ποιμένων καὶ τῶν Μά­γων.

 Καμία λέξη στὰ χείλη της· ἕνα εἶναι τὸ φρόνημά της, πὼς αὐτὴ εἶναι δούλη τοῦ Κυρίου ἕτοιμη νὰ ἐκτελέσει τὸ θέλημά Του.

 Τὴν ὅποια ἔκπληξη – ἀπορία τὴν κρατᾶ μέσα της.

 Πιστεύει ἀκράδαντα πὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας καὶ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
.           Χριστούγεννα πλησιάζουν, καὶ ἡ σκέψη μας στρέφεται στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ὅπου ὁ Χριστὸς γεννᾶται.
.           Ξεχωριστὴ ἡ θέση της Παναγίας μας. 

Θὰ τὴ δοῦμε κατὰ τὴ μεγάλη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων νὰ παραστέκει στὸν Υἱό της μέσα στὴ φτωχικὴ φάτνη Του.

 Σεμνὰ καὶ ταπεινὰ σκύβει ἐπάνω Του καὶ Τὸν φροντίζει.

 Θὰ ἀποθέσουμε εὐλαβικὸ ἀσπασμὸ στὸν Υἱό της καὶ θὰ τὴν ὑμνήσουμε.

 Τὸ παράδειγμα τῆς Θεοτόκου νὰ μᾶς διδάξει.

 Μὲ θαυμασμό, μὲ σιωπὴ νὰ πλησιάσουμε τὸ Μυστήριο, γιὰ νὰ δυναμώσει ἡ πίστη μας.
.           Ἂς ἀφήσουμε τὴ σκέψη μας νὰ ἐμβαθύνει στό μεγάλο γεγονός, ἡ καρδιά μας ἂς συγκινηθεῖ μπροστὰ στὴ Φάτνη, ἡ ζωή μας νὰ ἀλλάξει.


.           Ἂς σιωπήσουμε καὶ ἂς θαυμάσουμε.

 Ὁ μεγάλος θαυμασμὸς ἀφήνει ἄφωνο τὸν ἄνθρωπο, τὸν κάνει νὰ χάνει τὰ λόγια του, τὸν συγκλονίζει!
.           Μή μείνουμε ὅμως μόνο στὸ θαυμασμό·

 νὰ προχωρήσουμε καὶ σὲ γενναῖες ἀποφάσεις στὸν καθημερινό μας ἀγώνα.

 Νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Κύριο, νὰ πιστέψουμε σ’ Αὐτόν.

 Αὐτὸ τὸ Βρέφος εἶ­­ναι ὁ Κύριος τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ κόσμου.

 Σ’ Αὐτὸν νὰ ἀναθέσουμε τὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀποθέσουμε τὶς ἐλπίδες μας.

14/12/17

Νά προσευχόμαστε ὑπέρ ἀλλήλων

Oremus pro in vicem

"Νά προσευχόμαστε ὑπέρ ἀλλήλων"

[ἤ ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ;]

(Εἰσήγηση σέ Ἱερατική Σύναξη τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως – 23 Νοεμβρίου 2010)



Σεβασμιώτατε Πάτερ,

Σεβάσμιοι Πατέρες, ἀδελφοί μου.

Μέ εὐγνωμοσύνη καί χαρά ἀνταποκρίνομαι στό κάλεσμα τοῦ καλοῦ Σας Δεσπότη νά βρεθῶ μαζί Σας νά εἰσηγηθῶ καί στήν συνέχεια νά συζητήσουμε, ἕνα ὀδυνηρό καί ἄμεσα πιεστικό θέμα, πού εἴτε τό κατανοοῦμε εἴτε ὄχι, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε ὄχι, εἶναι γιά τήν ἐποχή μας, ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας, ἄν δέν θέλουμε φυσικά νά μείνουμε ἕνα εὐσεβές ὑπόλοιπο τῆς κοινωνίας!

Μπροστά σας, ἀγαπητοί πατέρες, εἶμαι μειράκιο καί σέ γνώσεις καί σέ πεῖρα. Συγκαταβεῖτε στήν ἀναίδια μου καί δεχθεῖτε τά λόγια μου ἁπλῶς ὡς ἀφορμή σκέψεων, προερχόμενα ἀπό κάποιον πού ζεῖ σ᾿ ἕνα περιβάλλον ἐκκλησιαστικό, τό ὁποῖο ἐν πολλοῖς χρησιμοποιεῖ τήν σημερινή γλῶσσα.

Πρέπει πλέον νά συζητήσουμε τό θέμα ("μᾶς πρόλαβε τό μεθαύριο" ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Μητρ. Χαλκηδόνος Μελίτων), ποιά γλῶσσα πρέπει νά χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία σήμερα, ἄν θέλει νά ἐπικοινωνεῖ μ᾿ αὐτούς πού ἀποκαλεῖ ποίμνιό της.

Εὐχαριστῶ θερμά τόν Σεβασμιώτατο πού παρ᾿ ὅτι δέν μέ γνώριζε μέ καλέσε νά μιλήσω σέ σᾶς τούς ἱερεῖς του. Σᾶς εὐχαριστῶ, Σεβασμιώτατε, γιά τήν ἐμπιστοσύνη.

Εὐχαριστῶ καί Σᾶς, ἀγαπητοί πατέρες πού θά μέ ἀνεχθεῖτε νά Σᾶς λέω κοινότοπα πράγματα καί γνωστά. Ὅμως πιστεύω καί κοινούς καϋμούς, γιά μιά παρουσία Ἐκκλησίας, πού θά εἶναι γοητευτικό ἐνδεχόμενο ζωῆς, γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο καί ὄχι εὐσεβές Κ.ΑΠ.Η., στό ὁποῖο… κανείς δέν βιάζεται νά εἰσέλθει! (Πιστέψτε με…!)





Α. Θεοπνευστία.

Μιά "κακομεταχειρισμένη" διδασκαλία.

Ὁ Χριστός δέν ἔχει γράψει τίποτα. Δέν ἄφησε πίσω του ἕνα βιβλίο ἀλλά μιά κοινότητα. Ὄχι μιά σέκτα μυημένων ἀλλά μιά κοινότητα ἀπό ανθρώπους πού ἐστάλησαν νά ἀναγγείλουν ἕνα καλό νέο ὡς τίς ἄκρες τοῦ κόσμου. Αὐτή ἡ κοινότητα μεταφέρει τόν Λόγο.

Χρειάστηκε μιά τριακονταετία μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ καί τόν σωματικό χωρισμό τους καί τότε οἱ ἀπόστολοι βλέποντας νά ἐκλείπουν οἱ πρώτοι μάρτυρες, (δηλαδή οἱ ἴδιοι) ξεκίνησαν νά γράφουν τά Εὐαγγέλια γιά νά προσδώσουν διαχρονικότητα στίς ἀναμνήσεις τους. Ἡ κοινότητα λοιπόν εἶναι πρώτη, εἶναι αὐτή, πού μᾶς δίνει τή Βίβλο. Καί αὐτό συνεχίζεται. Τί θά γινόταν ἡ γνώση τῶν Γραφῶν ἐάν οἱ διάφορες χριστιανικές κοινότητες δέν τήν μετέδιδαν ἀπό γενιά σέ γενιά;

Ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό: εἶναι ἡ κοινότητα αὐτή πού, μέσα σέ ὅλα πού ἔχουν γραφτεῖ γιά τόν Χριστό, ἀποφάσισε ποιά βιβλία θά συμπεριλαμβάνονται στίς Γραφές καί ποιά ὄχι. (Αὐτά πού ὀνομάζονται Ἀπόκρυφα). Ἡ λίστα τῶν βιβλίων πού συμπεριλήφθησαν πῆρε τό ὄνομα «Κανών» δηλαδή "εὐθεῖα γραμμή", πλαίσιο, κανονισμός. Γύρω στό 70 μ.Χ. καί μετά τήν καταστροφή τοῦ ἑβραϊκοῦ κράτους, διδάσκαλοι τοῦ Νόμου συναντήθηκαν στὴν Ἰάμνεια (νότια τοῦ Τέλ Αβίβ) καί ἀποφάσισαν τόν "Κανόνα" καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ χριστιανοί τόν υἱοθέτησαν προσθέτοντας παρόλα αὐτά κάποια βιβλία προερχόμενα ἀπό τήν ἑλληνική μετάφραση τῆς Βίβλου. Γιά τήν Καινή Διαθήκη ἡ λίστα συντάχτηκε κοπιαστικά. Τήν τελική της μορφή πῆρε μόλις στό τέλος τοῦ 4ου αἰώνα.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι τά βιβλία πού ἐπιλέχθηκαν ἦταν αὐτά πού οἱ διάφορες ἐκκλησίες χρησιμοποιοῦσαν αὐθόρμητα στούς ἑορτασμούς τους. Μέσα σέ αὐτά τά βιβλία οἱ κοινότητες ἀναγνώρισαν τήν πίστη τους καί τά ὀνόμασαν «θεόπνευστα», πού σημαίνει ὅτι οἱ συγγραφεῖς τους τά συνέθεσαν φωτισμένοι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὅμως θεόπνευστα, ὄχι ὑπαγορευμένα. Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων δέν δέχεται τήν κατά γράμμα θεοπνευστία.

"Ἀποτέλεσμα τῆς περί κατά γράμμα θεοπνευστίας διδασκαλίας… ἦτο, ὅτι ἐνδιαφέρθησαν οἱ Δυτικοί νά μάθουν τήν γνησίαν μορφήν τῶν τριῶν γλωσσῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν ἑβραϊκῶν, τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν λατινικῶν καί νά ἐξακριβώσουν τήν ἀκριβῆ μορφήν τῆς ἀποκαλύψεως διά τῆς κατοχῆς τοῦ ἀρχικοῦ καί γνησίου κειμένου τῆς ἁγίας Γραφῆς… διότι τἄχα μόνον εἰς τάς ἀρχικάς γλώσσας ὡμίλησεν ὁ Θεός ἐν ταῖς γραφαῖς εἰς τούς ἀνθρώπους... Οὐδέποτε ἠδυνήθησαν νά καταλάβουν οἱ Διαμαρτυρόμενοι, ἀλλά καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί (ἄν και ἀπέδιδον μεγάλην σημασίαν εἰς τήν Vulgata) πῶς οἱ Ὀρθόδοξοι ἐθεώρουν ἐξ ἴσου θεόπνευστον μετά τοῦ Ἑβραϊκοῦ κειμένου καί τήν μετάφρασιν τῶν Ἑβδομήκοντα! Ἐξ ὀρθοδόξου ἐπόψεως ἐκεῖνο τό ὁποῖον κάμνει τό κείμενον θεόπνευστον δέν εἶναι αἱ ἀρχικαί λέξεις καθ᾿ ἑαυτάς… Καί τοῦτο, διότι θεόπνευστον δέν εἶναι τό κείμενον καθ᾿ ἑαυτό, ἀλλά θεόπνευστος εἶναι ὁ γράφων… Ὄχι μόνον ὁ γράφων, ἀλλά καί ὁ διαβάζων πρέπει νά γνωρίζει γράμματα. Ὄχι μόνον ὁ γράφων περί μαθηματικῶν πρέπει νά γνωρίζει μαθηματικά, ἀλλά καί ὁ διαβάζων καί ὁ ἑρμηνεύων τά γραφόμενα τοῦ μαθηματικοῦ πρέπει νά γνωρίζῃ τά μαθηματικά. Τό ἴδιον ἀκριβῶς ἰσχύει διά τήν διά κειμένων μετάδοσιν οἱασδήποτε ἐπιστήμης. Καί διά ποῖον λόγον νά ἐξαιρῆται, ἡ ἁγία Γραφή;" (π. Ἰω. Ρωμανίδη: Δογματική και Συμβολική θεολογία. Ἐκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ - 1981, σελ. 171-174, επιλογή).

Στά Εὐαγγέλια καταγράφεται ἡ εμπειρία τῶν Ἀποστόλων ἀπό τήν σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἡ ἐξωτερική σχέση καί ἡ πνευματική σχέση. Αὐτά ὅμως τά κείμενα δέν εἶναι ἕνα ὑπαγορευμένο "τηλεγράφημα" τοῦ Χριστοῦ στούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἔκφραση, περιγραφή καί διήγηση τῆς προσωπικῆς τοῦ καθενός συγγραφέα πρόσληψης, τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἀπόστολοι συγγραφεῖς εἶναι πραγματικοί συγγραφεῖς πού ἐμψυχώνονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γράφουν ὅμως μέ τή δική τους ἰδιοσυγκρασία, στή δική τους κουλτούρα, σέ γλῶσσες πού χρησιμοποιοῦνται ἐκεῖ πού βρίσκονται, μέ βάση τίς ἀνάγκες τῶν κοινοτήτων, ὅπου κατοικοῦν. Δηλαδή γράφουν βιβλία τοποθετημένα στό χρόνο καί στό χῶρο.

Ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἔχουμε ἱερή γλῶσσα! Δέν γνωρίζουμε παρά μόνο στά ἑλληνικά τά λόγια πού ὁ Χριστός πρόφερε στά ἀραμαϊκά, καί τά ἀκοῦμε τώρα στή γλῶσσα τοῦ κάθε τόπου. Ἐπιπλέον ἔχουμε τέσσερα Εὐαγγέλια ἐντελῶς διαφορετικά, ἰδιαίτερα αὐτό τοῦ Ἰωάννη. Εἶναι βέβαια Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ ἀλλά («σύμφωνα μέ», ὅπως τά βλέπουν δηλαδή) ὁ Ματθαῖος ἤ ὁ Μάρκος ἤ ὁ Λουκᾶς.

Γιά τούς περισσότερους ἀπό ἐμᾶς, πρέπει μέ εἰλικρίνεια νά τό ὁμολογήσουμε, λειτουργεῖ μέσα μας μιά πίστη πού στηρίζεται περισσότερο στήν ἐγκυρότητα ἑνός κειμένου (τελικά sola scriptura) καί λιγότερο στήν περιπέτεια τῆς αὐτοπαράδοσης στά χέρια τοῦ Χριστοῦ μέσω τῆς ὅλης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας.

Δέν θέλουμε νά σκεφτοῦμε ὅτι σχεδόν διακόσια χρόνια οἱ κατά τόπους Ἐκκλησίες δέν διέθεταν κανένα κείμενο παρά μόνο τήν προφορική παράδοση τῶν Ἀποστόλων, πού σύστησε τήν τοπική τους Ἐκκλησία. Καί αὐτό πού τούς παρεδόθη ἦταν ἡ διδασκαλία γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Γραφή δέν εἶναι ἀποκάλυψη. Εἶναι λόγος γιά τήν Ἀποκάλυψη πού εἶναι μόνο ὁ Χριστός. Ἡ ποιότητα τῆς ζωῆς τῶν μελῶν κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας βεβαίωνε τούς ἀνθρώπους γιά τήν ἀλήθεια. Ἐμπιστευόντουσαν καί προχωροῦσαν. Πρός τά ποῦ; Πρός τόν θάνατο, πού ἦταν πλέον νικημένος ἀπό τόν Ἀναστάντα Χριστό. "Ἡ χαρά τῆς καρδίας αὐτῶν ἐνέπαιζε τόν θάνατον" πού λέει καί ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, μέσα στόν ἴδιο κύκλο κι αὐτός.





Β. Μεταφράσεις. - Ἕνας "ἀνεδαφικός τρόμος".


Ξεκινώντας πάνω σ᾿ αὐτήν τή βάση καί ἔχοντας ἀποσαφηνίσει μέσα μας ὅτι θεόπνευστα (ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς κατά γράμμα θεοπνευστίας, ἀλλά μέ τή νοηματική) εἶναι μόνον τά Γραφικά (τῆς Γραφῆς δηλαδή) κείμενα ἀρχίζουμε νά βλέπουμε μέ ἡσυχία τό ἐνδεχόμενο καί τήν πιθανότητα κάποιων μεταφράσεων τῶν ἐν χρήσει Λειτουργικῶν Κειμένων.

Ἀρχική τοποθέτηση καί διαπίστωση: Δέν μεταφράζονται ποιητικά κείμενα! Ὕμνοι, κανόνες, τροπάρια, ἀπολυτίκια ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ νά μεταφραστοῦν! Χρειάζονται… ἄλλα μέτρα γιά κάτι τέτοιο. Ἄς μή ἐπεκταθοῦμε σέ αὐτονόητες διευκρινίσεις.(Τό βλέπουμε στήν συζήτηση).

Χρειάζεται νά ποῦμε ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἡ προσπάθεια μεταφορᾶς τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος στήν σήμερα ὁμιλουμένη δημοτική δέν εἶναι μιά μετάφραση ἀπό κάποια γλῶσσα σέ ἄλλη γλῶσσα, ἀλλά εἶναι ἐνδογλωσσική μετάλλαξη. Ὅλοι ξέρετε τούς Ἰαμβικούς Κανόνες, τούς στίχους στά Συναξάρια τῶν Μηναίων, τά Κοντάκια ὡς ὑπόλοιπα τῶν Ὕμνων τοῦ ἁγ. Ρωμανοῦ, τήν διαφορά γλώσσας ἀνάμεσα σέ εὐχές Μυστηρίων καί Θ. Λειτουργίας, τίς σύγχρονες ἀκολουθίες! Δηλαδή, ἀπό τά Ὀμηρικά, τήν κοινή Ἑλληνική, τά ἰδιότυπα τοῦ Βυζαντινοῦ Μεσαίωνα, μέχρι καί σήμερα, ΟΛΟΙ οἱ γλωσσικοί τύποι χωρᾶνε στήν Ἐκκλησία καί καλῶς!

Αὐτά δείχνουν τήν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας νά ἔχει, διαχρονικά ἐλεύθερο, τό θέμα τῆς ἐπιλογῆς, ὑπό τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς γλωσσικῆς μορφῆς τῆς λατρείας. Γιατί λοιπόν ὄχι καί στό σημερινό γλωσσικό ἰδίωμα;

Οἱ Ἑβραῖοι ὅταν πιά δέν καταλάβαιναν τό Μασωρητικό κείμενο τό μετέφρασαν στά τότε ὁμιλούμενα καί ἀπό αὐτούς Ἑλληνικά (Μετάφραση τῶν Ο΄) καί τό γεγονός τό γιόρταζαν κατ᾿ ἔτος στό νησί Φάρος τῆς Ἀλεξάνδρειας μέ τριήμερες γιορτές, ὅπως λέει ὁ Ἰουδαῖος Φίλων. Γιά τήν Δυτική Ἐκκλησία ὑπῆρξαν πολλές Λατινικές μεταφράσεις μέ κατάληξη τήν γνωστή Vulgata πού σημαίνει λαϊκή μετάφραση.

Γιά τήν Ἀνατολική Ἐκκλησίας τό θέμα τῶν μεταφράσεων σέ ἄλλες γλῶσσες τό προώθησε ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Ἁρμενικά) καί οἱ ἅγιοι Κύριλλος καί Μεθόδιος (Σλαβονικά) φτιάχνοντας γραμματικοσυντακτικά τήν γλῶσσα αὐτή καί ξεπερνώντας τίς τυχόν "παραδοσιακές" ἀντιρρήσεις τῶν τριγλωσσιτῶν τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης.

Καμμία θεολογική βάση καί κανένα κανονικό ἔρεισμα δέν ἔχει, ἡ ἀντίρρηση γιά τίς μεταφράσεις! Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς φανερώσεώς της ἐν χρόνῳ, χρησιμοποιεῖ τά τοπικά γλωσσικά ἰδιώματα. Ὁ ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης ΕΜΠΑΙΖΕΙ τόν αἱρετικό Εὐνόμιο καί τούς ὀπαδούς του Εὐνομιανούς πού εἶχαν ἀντιλήψεις, σχετικές μέ κάποιους σημερινούς, γιά ἱερότητα τῆς γλώσσας!!


Οὔτε οὖν Ἑβραία τοῦ Θεοῦ ἡ φωνή, οὔτε καθ᾿ ἑκάτερον τινα τύπον τῶν ἐν τοῖς ἔθνεσι νενομισμένων προφερομένη, ἀλλ᾿ ὅσοι τοῦ Θεοῦ λόγοι παρά τοῦ Μωϋσέως ἤ τῶν προφητῶν ἐνεγράφησαν, ἐνδείξεις εἰσί τοῦ Θείου θελήματος, ἄλλως καί ἄλλως κατά τήν ἀξίαν τῶν μετεχόντων τῆς χάριτος τῷ καθαρῷ καί ἡγεμονικῷ τῶν ἁγίων ἐλλάμπουσαι.

Οὔτε τά ἑβραϊκά εἶναι ἡ "γλῶσσα" τοῦ Θεοῦ, οὔτε κάποιο ἄλλο γλωσσικό ἰδίωμα τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν. Τά λόγια τοῦ Θεοῦ πού γράφτηκαν ἀπό τόν Μωϋσῆ ἤ τούς προφῆτες, δέν εἶναι παρά ἡ φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ... (ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης)


"Ὁ Μωϋσῆς πολλαῖς ὕστερον γενεαῖς τῆς πυργοποιΐας γενόμενος, μιᾷ τῶν μετά ταῦτα κέχρηται γλώσση, ἱστορικῶς τήν κοσμογενίαν ἡμῖν διηγούμενος, καί τινας τῷ Θεῷ προσάπτει φωνάς, τῇ ἑαυτοῦ γλώσση καθ᾿ ἥν πεπαίδευτό τε καί συνείθιστο, ταῦτα δεξιών, καί οὐκ ἀλλάσσων τὰς τοῦ Θεοῦ φωνάς ἀλλοιοτρόπῳ τινί καί ξενίζοντι φωνῆς χαρακτῆρι, ὥστε διά τοῦ ξένου τῆς συνηθείας καί παρηλλαγμένου τῶν ὀνομάτων, αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι τάς φωνάς κατασκευάζειν, ἀλλά τῇ συνήθει χρώμενος γλώσσῃ, ὁμοίως τά τε ἑαυτοῦ καί τά τοῦ Θεοῦ διεξέρχεται".

"Ὁ Μωϋσῆς γεννήθηκε πολλά χρόνια μετά τήν πυργοποιΐα τῆς Βαβέλ καί χρησιμοποιεῖ μιά ἀπό τίς γλῶσσες πού προέκυψαν μετά τήν Βαβέλ, γιά νά μᾶς διηγηθεῖ περιγραφικά τήν κοσμογένεση. Βάζει τόν Θεό, νά χρησιμοποιεῖ ὡς γλῶσσα αὐτήν, στήν ὁποία εἶχε ἐκπαιδευτεῖ (ὁ Μωϋςῆς) καί τήν εἶχε συνηθίσει. Δέν ἀλλοιώνει τήν γλώσσα τοῦ Θεοῦ ὅτι δῆθεν (ἡ γλῶσσα... τοῦ Θεοῦ) ἔχει κάποιο ἐντελῶς ἰδιότυπο καί παράξενο φωνητικό χαρακτήρα, ὥστε μέ κάτι περίεργες (ὅσον ἀφορᾶ τά συνηθισμένα), διαφορετικές λέξεις, νά παριστάνει, ὅτι εἶναι ἡ φωνή-γλῶσσα τοῦ Θεοῦ! Μέ τήν ἴδια συνηθισμένη γλῶσσα περιγράφει, καί τά σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο, καί τά σχετικά μέ τόν Θεό".

Καί καταλήγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης:

"Ἡ Θεία Γραφή τοῖς ἐν τῷ βίῳ τετριμμένοις ὀνόμασι πρός διδασκαλίαν ἡμῖν συγκέχρηται". Δηλαδή ἡ ἁγία Γραφή χρησιμοποιεῖ ἐξίσου γιά διδασκαλία μας τὶς λέξεις πού χρησιμοποιοῦμε στήν καθημερινή ζωή καί πράξη.

"Παρηγοριά ἀπό τόν Θεό" σημαίνει στά ἑβραϊκά τό ὄνομα ἑνός ἀπό τούς ἐνδοξότερους διοικητές τῶν Ἑβραίων, τοῦ Νεεμία (433 π.Χ.). Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μέ ἱκανότητες καί προσόντα καί βασική ἀρχή του τήν ἀγάπη γιά τόν Θεό. Μέ τήν σύνεση καί τόν δυναμισμό του κατόρθωσε νά ἐλευθερώσει καί τόν ὑπόλοιπο λαό τοῦ Θεοῦ πού εἶχε μείνει στήν Βαβυλώνα, αἰχμάλωτος. Μπόρεσε νά ξαναχτίσει τά τείχη τῆς κατεστραμμένης Ἱερασουλήμ καί τό σπουδαιότερο νά ἀποκαταστήσει τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τήν τιμή καί τήρηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου.

Ἄνθρωπος μέ φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη γιά τόν λαό Του συνειδητοποίησε ὅτι χωρίς τήν γνώση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὁ λαός δέν πρόκειται καθόλου νά προκόψει καί νά βαθύνει τήν σχέση καί τήν ἀγάπη του πρός τόν Θεό. (Ὅταν γιά λίγο ἀπουσίασε οἱ Ἑβραῖοι ἐπέστρεψαν στά προηγούμενα χάλια τους!). Ἐπειδή λοιπόν ὁ λαός μετά ἀπό διακόσια χρόνια συνοίκηση μέ τούς Ἀσσυρίους καί τούς Πέρσες μιλοῦσε πλέον Ἀραμαϊκά καί δέν κατανοῦσε τήν γλῶσσα τῶν Γραφῶν, καθιέρωσε τήν μετάφραση τῶν κειμένων στήν γλῶσσα τοῦ λαοῦ!

Ἄς ἀκούσουμε τό ἴδιο τό κείμενο τῆς Γραφῆς νά μᾶς διηγεῖται τό θέμα. Στό κεφάλαιο ὀκτώ (8) τοῦ Βιβλίου Νεεμίας (ἤ Β’ Ἔσδρας) καί εἰδικότερα στούς στίχους 5 ἕως 12 ὁ Ἔσδρας διαβάζει τόν νόμο στόν λαό:

... 5 Ἔτσι ὅπως στεκόταν ὁ Ἔσδρας ψηλότερα ἀπ' ὅλο τό λαό, ἄνοιξε τό βιβλίο μπροστά τους -κι ὅταν τό ἄνοιξε, σηκώθηκαν ὅλοι ὄρθιοι.

6 Τότε ὁ Ἔσδρας δόξασε τόν Κύριο, τό μεγάλο Θεό, καί ὅλος ὁ λαός ἀπάντησε «ἀμήν, ἀμήν!» ὑψώνοντας τά χέρια. Ὕστερα ἔσκυψαν τά κεφάλια τους καί προσκύνησαν τόν Κύριο μέ τό πρόσωπο στή γῆ.

7 Μετά σηκώθηκαν, καί οἱ λευίτες Ἰησοῦς, Βανί, Σερεβίας, Ἰαμεῖν, Ἀκκούβ, Σαββεθάι, Ὠδίας, Μαασεΐας, Κελιτά, Ἀζαρίας, Ἰωζαβάδ, Ἀνανίας καί Πελαΐας τούς ἐξηγοῦσαν τό νόμο. Κανένας δέν κουνήθηκε ἀπό τή θέση του.

8 Τούς ἔκαναν προφορική μετάφραση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καί τούς τόν ἐξηγοῦσαν, γιά νά καταλαβαίνει ὅλος ὁ λαός τί τούς διάβαζαν.

9 Ὁ κυβερνήτης Νεεμίας καί ὁ Ἔσδρας, ἱερέας καί γνώστης τοῦ νόμου, καθώς καί οἱ λευίτες, πού ἐξηγοῦσαν τό κείμενο, εἶπαν στό λαό: «Ἡ ἡμέρα αὐτή εἶναι ἀφιερωμένη στόν Κύριο τό Θεό σας! Δέν εἶναι ὥρα τώρα γιά κλάματα καί πένθη», γιατί ὅλος ὁ λαός ἔκλαιγε ἀκούγοντας νά διαβάζεται ὁ νόμος.

10 Ὁ Νεεμίας εἶπε ἀκόμα: «Πηγαίνετε στά σπίτια σας, φᾶτε ἀπό τά πιό ἐκλεκτά φαγητά, πιεῖτε γλυκό κρασί καί στεῖλτε φαγητό σ' ὅποιον δέν ἔχει τίποτε νά ἑτοιμάσει»! Ἡ σημερινή μέρα εἶναι ἀφιερωμένη στόν Κύριό μας! Καί μή στενοχωριέστε, γιατί ἡ χαρά πού δίνει ὁ Κύριος εἶναι ἡ δύναμή σας».

11 Τό ἴδιο καί οἱ λευίτες καθησύχαζαν τόν λαό λέγοντάς τους: «Ἠρεμῆστε καί μή στενοχωριέστε! Ἡ σημερινή μέρα εἶναι ἀφιερωμένη στόν Κύριο». 12 Ἔτσι ὅλος ὁ λαός ἔφαγε καί πῆγαν σπίτια τους νά φᾶνε καί νά πιοῦν. Ἔστειλαν καί μερίδες φαγητοῦ σ' ἐκείνους πού δέν εἶχαν νά ἑτοιμάσουν τίποτα. Καί πανηγύρισαν τή μεγάλη γιορτή, γιατί εἶχαν καταλάβει τά λόγια πού τούς ἐξήγησαν.

…………………………………………………………………………

13, 22 Θυμήσου με, Θεέ μου, ἐπίσης καί γι᾿ αὐτό καί σπλαγχνίσου με, ἀφοῦ τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη σου.

Τί ἔξοχα ὅλα αὐτά καί τί ἀπελπισία ἡ σημερινή θρησκευτική πραγματικότητα, πού στενόκαρδα καί παράλογα, ἐπιμένει σέ τύπους καί μορφές καί ὄχι στήν οὐσία τῆς σχέσεως μέ τόν Θεό πού εἶναι ἡ ὁλοκάρδια ἀλλαγή καί ἡ λατρεία Του "ἐξ ὅλης" ψυχῆς καί διανοίας καί καρδίας καί χειλέων!;

Τί λογική καί ἐλεύθερη ΤΟΤΕ καί πόση στενόκαρδη καί κοντόθωρη (παρά πᾶσαν θεολογική βάση) ΤΩΡΑ… ἡ θεολογία μας.

Σήμερα πλέον κινδυνεύουμε νά καταλήξουμε σέ γνωστικιστές ἀπολυτότητες "Ἑρμητικοῦ" τύπου (Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος), ἀφοῦ πολλοί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας (ἱερεῖς καί μή) εὔκολα συμφωνοῦν μέ τήν γνώμη: "Οὐδέ γάρ πάντως τήν αὐτήν διασώζειν διάνοιαν μεθερμηνευόμενα τά ὀνόματα, ἀλλ᾿ ἔστι τινά καθ᾿ ἕκαστον ἔθνος ἰδιώματα, ἀδύνατα εἰς ἄλλο ἔθνος διά φωνῆς σημαίνεσθαι. Ἔπειτα κἄν εἰ οἷόν τε αὐτά μεθερμηνεύειν, ἀλλά τήν γε δύναμιν οὐκέτι φυλάττει τήν αὐτήν".

Δηλαδή: "Δέν διατηροῦν τό ἴδιο νόημα τά ὀνόματα ὅταν μεταφρασθοῦν σέ ἄλλη γλῶσσα. Ὑπάρχουν σέ μερικά ἔθνη κάποια ἰδιώματα τά ὁποῖα δέν εἶναι δυνατόν νά μεταφρασθοῦν-φανερωθοῦν σέ ἄλλη ἐθνική γλῶσσα! Ἀκόμα καί ἄν μπορέσουμε νά τά ἑρμηνεύσουμε, δέν θά συνεχίσουν νά ἔχουν τήν ἴδια δύναμη! Μιά τελείως μαγική ἀντίληψη πού ἀσκεῖ ὅμως γοητεία καί γίνεται ἀποδεκτή.



Γ. Συναισθηματισμός καί… Μέθεξις.


Γράφει σέ γράμμα του στό φοιτητικό Περιοδικό Η ΔΡΑΣΙΣ ἕνας καθηγητής τῶν ΤΕΙ Σερρῶν, διηγούμενος ἐμπειρίες του ἀπό τήν λειτουργική ζωή τῆς σημερινῆς ἐκκλησίας:

"Διάβαζα πρόσφατα, πάνω ἀπό τό νεκρό σῶμα τοῦ πεθεροῦ μου… Ψαλμούς... Διάβαζα καί οἱ γύρω καθήμενοι σιωποῦσαν ὥρα πολλή. Ὥσπου ἀναρωτήθηκα ἐάν κανείς καταλάβαινε ἔστω ἐλάχιστα ἀπό αὐτά πού διάβαζα. Ρώτησα, μά κανείς δέν καταλάβαινε τίποτα... Πῶς γίνεται νά κάνουμε κάτι πού δέν καταλαβαίνουμε;... Τούς ρώτησα καί μοῦ εἶπαν ὅτι θά ἤθελαν νά καταλαβαίνουν."

Καί συνεχίζει:

"Μετά τόν κυριακάτικο ἐκκλησιασμό, ὁ χριστιανός πῆγε στό καφενεῖο τοῦ χωριοῦ... Τόν ρώτησαν οἱ φίλοι του… πῶς ἦταν ἡ λειτουργία σήμερα. Ἀπάντησε: «Σήμερα ἡ λειτουργία εἶχε καλά γράμματα». Δηλαδή τί ἐννοεῖς «καλά γράμματα» ρώτησαν τόν ἀγράμματο… «Δέν ξέρω νά σᾶς πῶ, ἀλλά σήμερα εἶχε πολύ καλά γράμματα»".

……………………………………………………………………

Γεώργιος Πάσχος

Καθηγητής Ἐφαρμογῶν Τ.Ε.Ι. Σερρών



Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Περιοδικοῦ:

Ὁ προβληματισμός Σας (πού ἐκφράζετε γιά τήν ἀνάγκη τῶν μεταφράσεων) εἶναι βάσιμος…

… Ὅμως ὅταν ὁ ἀγράμματος Χριστιανός λέει -ὅπως γράφετε- «σήμερα ἡ λειτουργία εἶχε πολύ καλά γράμματα», αὐτό ἔχει πολύ μεγάλο βάθος: Σημαίνει ὅτι ἡ θεία χάρις «ἄγγιξε» τήν ψυχή του, τήν καρδιά του, καί τόν πλημμύρισε μέ τίς δωρεές της. Μπορεῖ νά μήν κατάλαβε τήν ἀκριβῆ ἔννοια τῶν λεγομένων, ἀλλά «ἔζησε» τή Θεία Λειτουργία.

…………………………………………………………………



Ἀγαπητοί Πατέρες,

Νά φθάνεις στά δάκρυα καί νά ἔχεις δυνατές συγκινήσεις δέν εἶναι πάντα ἀναγκαῖο γιά νά βεβαιώνεσαι γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγάπη Του! Στήν πορεία μας στήν πίστη, κάποιες στιγμές, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐνέργειά Του πάνω μας ἐμφανίζονται εὐδιάκριτα. Βιώνουμε τότε τήν ἐμπειρία νά συγκλονιζόμαστε ἀπό μία λέξη, ἕνα στίχο τῆς Γραφῆς, ἕνα λόγο. Στήν προσωπική προσευχή ἤ κατά τή διάρκεια μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς γιορτῆς αὐτή ἤ αὐτές οἱ λέξεις ἀποσπῶνται καί ἀντηχοῦν. Ἔρχονται νά μιλήσουν στήν καρδιά μας, κάνοντας νά γεννηθῇ μιά βαθειά εἰρήνη, μιά χαρά, ἕνα ξέσπασμα, ἕνα "τραῦμα πού ὑπόσχεται ζωή".

Ὡστόσο ὑπάρχουν στιγμές πού ἡ πνευματική ζωή γίνεται λιγότερο ἀπολαυστική, περισσότερο ἄγονη. Τότε μπαίνουμε στόν πειρασμό νά στενοχωριόμαστε καί ν᾽ ἀμφιβάλλουμε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἀφήνουμε νά μπαίνουν μέσα μας ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ λογισμοί λιγότερο ἤ περισσότερο ἀρνητικοί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὁδηγοῦν στήν ἀποθάρρυνση, στήν ἀπογοήτευση.

Στήν πραγματικότητα, ν᾽ ἀγαπᾶς τόν Θεό σημαίνει νά δέχεσαι νά μήν αἰσθάνεσαι πάντα τήν παρουσία Του: ἀντί ν᾽ ἀρεσκόμαστε σέ μιά συμπεριφορά κακομαθημένου παιδιοῦ πού ἀπαιτεῖ ἀδιάκοπα νέες ἀποδείξεις ἀγάπης, νέες ἱκανοποιήσεις, νέα φῶτα γιά νά προχωράει, μαθαίνουμε νά μπαίνουμε σέ μιά πιό μεγάλη δωρεά καί σέ μιά πιό βαθειά ἐμπιστοσύνη.

Μιά ὑπερβολική ἀναζήτηση εὐχαρίστησης καί συγκίνησης μπορεῖ νά γίνει ἕνα ἀπ᾽ τά κυριώτερα ἐμπόδια τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη μετριέται στήν ἱκανότητά μας ν᾽ ἀγαπᾶμε τόν ἄλλον γι᾽ αὐτόν τόν ἴδιο πρώτιστα, καί ὄχι γιά τή συναισθηματική ἱκανοποίηση πού μᾶς παρέχει! Κι ὅμως, πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι τό ἐνδιαφέρον μας γιά τόν Θεό βρίσκεται κάποτε σέ μεγάλη ἐξάρτηση ἀπ᾽ αὐτό πού μᾶς δίνει. Φτάνουμε μάλιστα, κάποιες φορές, στό σημεῖο νά Τόν κατηγοροῦμε ὅτι δέν μᾶς δίνει τήν παρηγοριά καί τή συγκίνηση πού ἐλπίζουμε.

Κακά τά ψέματα! Ἡ γνώση καί ἡ συνείδηση τῶν λεγομένων εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση σχέσεως. Καί ὁπωσδήποτε, ἀπαιτεῖται «θράσος» νά ζητᾶμε νά μᾶς ἀκούσει, ἐνῶ ἐμεῖς δέν καταλάβαμε τί Τοῦ εἴπαμε!!!

Ἡ ἀνάγκη καί τό σωστό εἶναι, ὁ χριστιανός «συναγόμενος» στήν Εὐχαριστία ἤ στίς ἀκολουθίες νά μπορεῖ νά προσεύχεται μαζί μέ τόν ἱερέα, καί ὄχι νά πρέπει νά σκέφτεται τί λέει ὁ ἱερέας, ἀκόμη καί ἄν εἶναι κατανοητή ἡ γλώσσα. Πολύ περισσότερο ὅταν ὁ χριστιανός βρίσκεται στήν κατάσταση πού ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α' Κόρ. 14, 16), δηλαδή νά μή μπορεῖ νά πεῖ τό ἀμήν, ἀφοῦ τίποτε δέν κατάλαβε ἀπό τά λεγόμενα!

Τά μυστήρια τῆς ἐκκλησίας καί ἐξηγοῦνται καί κατανοοῦνται, ὅσον ἀφορᾶ τήν προσευχή καί τά τελούμενα.

Ἄγνωστο-Μυστήριο εἶναι ὁ τρόπος παρέμβασης τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν μεταβολή τῶν Δώρων τῆς Εὐχαριστίας ἤ τοῦ Εὐχελαίου ἤ τῆς καθιέρωσης τῶν χειροτονιῶν ἤ τοῦ Ἁγιασμοῦ καί γενικῶς τῶν ὅποιων μυστηρίων ἤ πράξεων.

Ὁ Χριστός καί οἱ ἐνέργειες Του εἶναι ὑπέρ λόγον. Τά τελούμενα ἀπό μᾶς καί δι᾿ ἡμῶν εἶναι καί πρέπει νά εἶναι στό χῶρο τῆς λογικῆς καί τῆς κατανόησης, ἀλλιῶς εἶναι στόν χῶρο τῆς μαγείας καί ὁ ἱερέας ἀντί διάκονος τῆς σωτηρίας τῶν ἀδελφῶν καταντᾶ "ὁ μάγος τῆς φυλῆς". Χωρίς τουλάχιστον γνώση-κατανόηση τῶν λεγομένων στήν Θ. Εὐχαριστία ἤ τά μυστήρια, ὁ δρόμος εἶναι ἐπικινδύνως ὀλισθηρός γιά ἕνα "μαγικό" προσανατολισμό στόν ὁποῖον ἀπό μέν τούς κληρικούς θά ἰσχύει τό "ἡ ἰσχύς ἐν τῇ ἀσαφίᾳ" ἀπό δέ τούς πιστούς, μία ἀφασιακή "συμμετοχή" σέ λεγόμενα καί τελούμενα πού δέν ζητοῦν τήν δική τους μετοχή παρά μόνον σωματικά καί ἀπό τῶν ὁποίων τήν τελετουργία ἀναμένεται ἡ σωτηρία! (Γαλάτας 5, 2).

Στήν εὐχή πού ἀκολουθεῖ μετά τούς τρεῖς ἀφορκισμούς τῆς ἀκολουθίας "εἰς τό ποιῆσαι κατηχούμενον" εὐχόμαστε καί παρακαλοῦμε: "Διάνοιξον αὐτοῦ τούς ὀφθαλμούς τῆς διανοίας, εἰς τό αὐγάσαι ἐν αὐτῷ τόν φωτισμόν τοῦ Εὐαγγελίου σου" καί στήν Θ. Λειτουργία πρό τῆς ἀναγνώσεως τῶν περικοπῶν Ἀποστόλου καί Εὐαγγελίου προσευχόμαστε καί πάλι λέγοντας: "Ἔλλαμψον ἐν… ταῖς καρδίαις ἡμῶν τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν Εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν"…

Ὁ μέγας ἅγιος τῆς Φιλοκαλίας ὁ Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Θεόληπτος γράφει:

"Νά ἐφαρμόζεις τήν ψαλμωδία μέ τό στόμα, βέβαια μέ πολύ ἥσυχη φωνή καί "ἐπιβλέποντας" τό μυαλό σου νά μή σκορπίζει ἡ προσοχή του. Νά μήν ἀνέχεσαι νά ἀφίνεις ἀκατανόητο κάτι ἀπό τά λεγόμενα. Ἄν κάποτε κάτι διαφύγει τήν προσοχή τοῦ νοῦ σου, ἐπανάλαβε τόν στίχο ὅσες φορές καί ἄν χρειαστεῖ, μέχρις ὅτου κατορθώσεις νά συμπορεύεται ἡ προσοχή τοῦ μυαλοῦ σου μέ τά λεγόμενα"!!

Τό κείμενο αὐτό τοῦ ἁγίου Θεολήπτου Φιλαδελφείας διαφωτίζει πλήρως τό θέμα: μή ἀνεχόμενος ἀδιανόητόν τι τῶν λεγομένων καταλιπεῖν!

Ὅλοι ξέρουμε ὅτι ὁ ἀγώνας μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι νά καθαρισθεῖ "τό βρώμικο παληομάγαζο τῆς καρδιᾶς" (W. Yeats).

Καί μέ τήν Εὐχαριστία καί μέ τά μυστήρια τό ἐπιδιωκόμενο εἶναι ὁ χριστιανός νά "ἀκούσει" τόν χτύπο τοῦ Χριστοῦ στήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του καί νά Τοῦ ἀνοίξει. Τότε Ἐκεῖνος "εἰσελεύσεται πρός αὐτόν καί δειπνήσει μετ' αὐτοῦ..." (Ἀποκάλ. 3, 20). Αὐτό εἶναι τό σκοπούμενο τῆς ἀνάγκης τῶν μεταφράσεων. Αὐτή τήν στιγμή τό "χτύπημα" τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται ἀκουστό.

Ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας τόν 20ο αἰῶνα, ὁ ἅγιος Νεκτάριος στήν 16η Ἐπιστολή του πρός τίς μοναχές τοῦ μοναστηριοῦ του γράφει: "Θέλω οἱ λόγοι νά ὁμιλῶσιν εἰς τήν καρδία σας· θέλω νά μή ἐκτελῆται τύπον προσευχῆς, ἀλλά λατρείαν· διοτί ἡ καρδία ἐκ τῆς λατρείας ἱκανοποιεῖται καί οὐχί ἐκ τῶν τύπων· οὐχί ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ὅλων τῶν κανόνων, οἵτινες ἐγράφησαν διά τόν πανηγυρισμόν τῶν ἁγίων, ἀλλά ἐκ τοῦ ποιοῦ τῆς προσευχῆς. Ἐπιθυμῶ νά μέ ἐννοεῖτε τί λέγω".



Δ. Φόβοι, διάφοροι καί ἀσαφεῖς.


Ἡ ἔνσταση ὑπάρχει γιά τό ὅτι χάνεται μέ τήν μετάφραση (ἔτσι ἰσχυρίζονται) ἡ ὀμορφιά καί ἡ ἀκριβολογία τῆς ἀρχαίας γλώσσας. Αὐτό τό "ἐπιχείρημα" μοιάζει μέ τήν ἔνσταση τῶν ἀρχαίων ἐκείνων αἱρετικῶν πού θεωροῦσαν τόν τρόπο γέννησης τοῦ Χριστοῦ διά τῆς φυσικῆς ἀνθρώπινης ὁδοῦ, ὡς πράγμα "ἀκαλλές"! Κατ᾿ ἀναλογίαν, κάποιοι, θεωροῦν τήν χρήση τῆς καθημερινῆς γλώσσας ἀπαράδεκτη γιά τήν ὀμορφιά τῆς Θ. Λειτουργίας ξεχνώντας ὅτι "πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρός τοῦ Βασιλέως ἔσωθεν" (Ψαλμ. 44, 14).

Δέν εἶναι ἡ γλωσσική μορφή τό οὐσιῶδες, ἡ γλῶσσα εἶναι τό περιτύλιγμα. Ἄραγε δέν θά εἰδωλολατρεῖ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ "θεοποιόντας" ἕνα γλωσσικό σχῆμα ἀφοῦ στήν δική μας Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε ποτέ διδασκαλία γιά ἱερές γλῶσσες ἤ γλῶσσες τοῦ Σταυροῦ; (ἑλληνικά, λατινικά, ἑβραϊκά, στήν ἐπιγραφή τοῦ Πιλάτου στόν Σταυρό!).

Δέν εἶναι τό κάλλος τῆς γλώσσης ὁ λόγος πού χρησιμοποιήθηκαν τά ἑλληνικά, ἀλλά ἡ διάδοσή τους σχεδόν "ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον" τοῦ τότε μεσογειακοῦ κόσμου. Ἄν ἄλλη γλώσσα μιλιόταν, θά γινόταν χρήση ἐκείνης, ὡς ἐπικρατούσης γλώσσας.

Ἡ ποιητική δυναμική καί ἡ ἀκριβολογία τῆς γλώσσας εἶναι μεγάλα καί σπουδαῖα θέματα καί ὅποιος τά ἀγνοεῖ λαθεύει. Ἀλλ᾿ ὅμως δέν μπορεῖ νά εἶναι προαπαιτούμενα γιά τήν σχέση μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Μακάρι νά γινόταν νά συνδυαστοῦν. Σήμερα ὅμως σέ μία ἐποχή "φασιστικῆς" ἁπλοποίησης τῶν πάντων εἶναι ἐξωπραγματικό νά πιστεύουμε, ὅτι μποροῦν νά συνδυαστοῦν καί τελικῶς νά κλείνουμε τόν δρόμο πρός τόν Χριστό στούς περισσότερους, "διά τήν παράδοσιν ἡμῶν".

Ἄλλη ἔνσταση εἶναι ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι πλέον καθιερωμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί δέν ἐπιτρέπεται ἀλλαγή ἀφοῦ ἐξαγιάστηκε ἀπό τήν χρήση αἰώνων. Ὅμως εἶναι θεολογική τραγωδία νά μήν ἔχουμε ξεκάθαρο μέσα μας τό ὅτι, παράδοση εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ διδασκαλία τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι τά καιρικά σχήματα. Ἀποκάλυψη εἶναι ὁ Χριστός, καί συνεπῶς τά βιβλικά κείμενα ἔχουν ἀξία (σέ ὅποια γλῶσσα) ἐπειδή εἶναι Λόγος γιά τήν Ἀποκάλυψη-Χριστό!! Κάθε τι πού ἐμποδίζει τήν γνωριμία μέ τόν Χριστό πρέπει νά "αἴρεται", γιά νά γίνεται εὔκολος καί καθαρός ἀπό ἐμπόδια ὁ δρόμος πρός τόν Χριστό. Ἄλλωστε ὁ Χριστός δέν ἦρθε νά ἐξαγιάσει πολιτιστικά ἐκδηλώματα καί αὐτό μᾶς τό ἔδειξε μέ τήν στάση του γιά τίς παραδόσεις τῶν Ἑβραίων (Μάρκ 7, 8-9) καί τήν γλῶσσα τους (Μάρκ 7, 6-7). Καί ὅπως διασαφηνίζει γιά δική μας χρήση ἕνας σύγχρονος ἅγιος, ὁ ὅσιος Σιλουανός: "Καί ἄν ὑποτεθεῖ πώς γιά τήν α' ἤ β' αἰτία ἡ Ἐκκλησία θά ἔχανε ὅλα τά βιβλία της, δηλαδή τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, τά ἔργα τῶν Πατέρων καί τά Λειτουργικά βιβλία, τότε ἡ παράδοση θά ἀποκαθιστοῦσε τήν ἁγία Γραφή, ἔστω ὄχι μέ τίς ἴδιες λέξεις, ἔστω σέ ἄλλη "γλῶσσα", ἀλλά πάντως θά τήν ἀποκαθιστοῦσε" Γερ. Σιλουανός σελ. 92. Γιά νά μή θυμήσουμε ἐν προκειμένῳ τήν ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Ἱερομάρτυρα Κυπριανοῦ, ἐπισκόπου Καρχηδόνος (258 μ.Χ) ὅτι "ἡ ἐπίκληση τῆς ἀρχαιότητος μιᾶς παραδόσεως δέν εἶναι ἀπαραιτήτως τεκμήριο γνησιότητος, μπορεῖ νά εἶναι χρονία πλάνη"!

Ἡ ἔνσταση γιά τό ὅτι τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας (πού ἦταν ἐποχή ἄγνοιας καί σκοταδιοῦ) δέν χρειάστηκε ἀλλαγή τῆς γλώσσας καί συνεπῶς οὔτε καί σήμερα, εἶναι ἁπλῶς ἐξωπραγματική. Ἡ Τουρκοκρατία ἔχει τά δικά της δεδομένα καί οἱ κοινότητες τῶν Ρωμηῶν τότε εἶναι κολεκτιβιστικές. Ἔχουν τό σχῆμα κοινότητας, ἀλλά οὐσιαστικά τά πρόσωπα ὑπάρχουν μόνο ὡς ὑπηρέτες τῆς συντήρησης τῆς κολεκτιβιστικῆς κοινότητας. Ἔξω ἀπό τό μαντρί τό πρόβατο τό ἔτρωγε ὁ λύκος! Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅμως δέν φιλοδοξεῖ νά εἶναι... μαντρί! Τότε ἴσως χρειαζόταν νά εἶναι, τώρα καί νά θέλει δέν γίνεται. Τότε οἱ ἄνθρωποι ὑπῆρχαν ἐπειδή ὑπῆρχε ἡ κοινότητα, σήμερα εἴμαστε στό ἐντελῶς ἀντίθετο σχῆμα τῆς αὐτονομίας, οὔτε κἄν τῆς συνειδητῆς ἐνοριακῆς σχέσεως. Τότε ὁ ἄνθρωπος εἶχε μόνο ὑποχρεώσεις. Σήμερα ἔχει μόνο δικαιώματα. Τό "τώρα" εἶναι ἄθλιο κατά τήν γνώμη κάποιων, ἀλλά καί τό "τότε" δέν πρέπει νά γοητεύει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ!

Καί ἐνῶ εἶναι τόσο σαφής ἡ τοποθέτηση τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικά γιά τό θέμα ἐμεῖς φοβόμαστε καί ἀγωνιοῦμε. Φοβόμαστε τό ἐνδεχόμενο ἀπόκλισης πρός αἱρετικές διδασκαλίες. Φοβόμαστε τό ἐνδεχόμενο ἀλλοίωσης τῆς πίστης. Φοβόμαστε ὑπαρκτούς καί ἀνύπαρκτους κινδύνους. Ἀντί νά φοβόμαστε γιά τήν πνευματική μας κατάσταση καί πορεία, φοβόμαστε γιά τήν Ἐκκλησία. Ὅμως ὄχι. Δέν κινδυνεύει οὔτε τό δόγμα, οὔτε ἡ πίστη. Εἶναι ἀποσαφηνισμένα, συγκεκριμένα καί "περιγράφονται" στούς ὅρους τῶν Συνόδων καί στούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίες.

Τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά "μετοχετεύουμε" στούς χριστιανούς μας, πού ἀκατήχητοι δέν ξέρουν κατά κυριολεξίαν, τί Θεό λατρεύουν! Τούς βαφτίσαμε, πρίν τούς κατηχήσουμε καί τώρα ἔντρομοι (ἐμεῖς) τρέχουμε μήπως καί μπορέσουμε νά τούς διδάξουμε τά "στοιχεῖα" τῆς πίστεως.

Σέ ποιά γλῶσσα ὅμως;

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἔκανε κατηχήσεις στήν ἴδια γλῶσσα στήν ὁποία καί λειτουργοῦσε. Ἐμεῖς σέ ἄλλη λειτουργοῦμε καί σέ ἄλλη διδάσκουμε (κήρυγμα-κατήχηση)!

Ἔχουμε ἀγωνία γιά τήν ὀμορφιά τῆς γλώσσας μήπως καί χαθεῖ, ἀλλά δέν θέλουμε νά σκεφτοῦμε στά σοβαρά πόσοι, τυπικῶς χριστιανοί μας, ἐμποδίζονται νά πλησιάσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν δυσκολία τῆς γλώσσας, καί χάνονται.

Δέν θά μεταφράσουμε τίς ἀκολουθίες γιά νά ἔρθει κόσμος! Ἡ μετάφραση χρειάζεται γιά μᾶς. Γιά τούς ἐντός. Ἐμεῖς πρέπει νά γίνουμε προζύμι γιά νά ζυμωθεῖ ὁ κόσμος. Ἐξ αἰτίας μας βλασφημεῖται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν διακονεῖται μέ τόν κόπο νά φτάσει ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Καί ὅπως μᾶς εἶπε ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Παῦλος: ὅταν ἡ σάλπιγγα τοῦ λόγου μας "ἄδηλον δίδει (ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΚΟΥΟΝΤΑ) φωνήν" τότε τό στράτευμα ἀδιαφορεῖ καί δέν ἑτοιμάζεται γιά πόλεμο!

"Τί ποιότητα ἔχουν ἡ προσευχή μας καί ἡ δέησή μας; Λίγοι προσεύχονται μαζί μου καί αὐτοί ζαλίζονται, χασμουριοῦνται, στριφογυρνοῦν διαρκῶς, καί παρατηροῦνε πότε θά τελειώσει τήν στιχολογία τῶν ψαλμῶν ὁ ψάλτης! Καί πότε θά φύγουν (ἐπιτέλους!) ἀπό τήν Ἐκκλησία, λές καί εἶναι σέ δεσμωτήριο· καί πότε θά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τό βάρος τῆς προσευχῆς!" (Μ. Βασιλείου, Ἐν λιμῷ και αὐχμῷ).

Σᾶς εὐχαριστῶ.